Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Η ΕΛΛΗΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

 Η Ελληνική Εμπορική Σχολή αναδείχθηκε στο σημαντικότερο, αναμφισβήτητα, εκπαιδευτικό κέντρο του ελληνισμού της Ρωσίας. Το 1814 οι συγκεντρωθέντες 60 έμποροι της Οδησσού αποφάσισαν να συστήσουν τη σχολή, συνεισφέροντας ποσοστό 1% επί των εισαγομένων και εξαγομένων για λογαριασμό τους εμπορευμάτων.
Ελληνική Εμπορική σχολή (Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Οδησσού)
Τα ελληνικά πλοία που προσόρμιζαν στο λιμάνι της Οδησσού θα συμμετείχαν με ποσό 10 ρουβλίων το καθένα, ενώ τα δύο ελληνικά ασφαλιστικά καταστήματα της πόλης επιβαρύνονταν με ποσοστά επί των ετησίων κερδών τους.
Τέλος, όλοι οι έμποροι δήλωσαν πρόθυμοι να συμμετάσχουν στα έξοδα της σχολής προσφέροντας κατά βούληση ποσοστό επί του ετήσιου κύκλου εργασιών ο καθένας. Ήταν η πρώτη φορά που οι έμποροι δεν κατέφευγαν σε μία εφάπαξ χορηγία, αλλά αναλάμβαναν εξ ολοκλήρου τη διαχείριση ενός ελληνικού εκπαιδευτηρίου.
Οι έμποροι επωμίστηκαν και τη διοίκηση της σχολής, αφού συμφώνησαν από τις τάξεις τους να προέρχονται υποχρεωτικά οι έφοροι και σύμβουλοι του εκπαιδευτηρίου. Κάτω από τέτοιους όρους λειτουργίας ήταν επόμενο η σχολή να αποτελέσει ένα από τα σπουδαιότερα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα που συγκροτήθηκαν στα προεπαναστατικά χρόνια, μακροβιότατο και ελκυστικό στις οικογένειες όχι μόνο της Νότιας Ρωσίας, αλλά και άλλων περιοχών όπου ζούσε ο Ελληνισμός.
Εκείνοι που πρωτοστάτησαν ανάμεσα στους Έλληνες εμπόρους στην ίδρυση της σχολής ήταν ο Αλέξανδρος Μαύρος από την Πάρο, ο Αλέξανδρος Κουμπάρης από τη Μεσημβρία του Εύξεινου και ο Ιωάννης Αμβροσίου από την Τρίπολη.
Και οι τρεις τους ήταν σημαίνοντα στελέχη της Φιλικής Εταιρείας. Είναι μία απτή απόδειξη για τη συσχέτιση που υπήρχε ανάμεσα στην Ελληνεμπορική Σχολή και τη συνωμοτική οργάνωση που δημιουργήθηκε στην Οδησσό.
Άλλωστε και η ίδρυση των δύο φορέων το 1814, του σχολείου των Ελλήνων και της επαναστατικής οργάνωσης, επιβεβαιώνει το κοινό ενδιαφέρον των ομογενών εμπόρων τόσο για την εκπαίδευση των συμπατριωτών τους, όσο και για τη μύησή τους στον αγώνα για την απελευθέρωση της πατρίδας.
Οι έφοροι, τρεις στον αριθμό — αργότερα έγιναν πέντε —, προέρχονταν υποχρεωτικά από την εμπορική τάξη των Ελλήνων ομογενών της Οδησσού και είχαν τη συνολική ευθύνη της λειτουργίας της σχολής.
Είχαν, λοιπόν, τη δικαιοδοσία της επιλογής του διδακτικού προσωπικού, επόπτευαν τους σπουδαστές ιδίως σε ζητήματα μάθησης και διαγωγής, τηρούσαν τους λογαριασμούς οικονομικής διαχείρισης της σχολής. Ακόμη ήταν υπεύθυνοι για τις εγγραφές των σπουδαστών, τη διανομή των εγχειριδίων και τη δημιουργία βιβλιοθήκης.
Στις εγγραφές το προβάδισμα το είχαν οι νέοι ομογενείς της Οδησσού, στη συνέχεια ομογενείς από άλλα μέρη όπου ζούσε ο Ελληνισμός και τέλος αλλοεθνείς που επιθυμούσαν να φοιτήσουν στην ελληνική Σχολή.
Επίσης, οι καθηγητές της σχολής έπρεπε να είναι «αμέμπτου διαγωγής και χρηστοήθεις», πράγμα που όφειλαν να διερευνούν οι έφοροι.
Η σχολή δεν είχε μόνο το χαρακτήρα της διάδοσης κάποιας εμπορικής ειδίκευσης. Εκτός από μαθήματα για το εμπόριο και τη ναυτιλία, μαθήματα με σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό δηλαδή, η διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας ήταν ο κύριος στόχος των ιδρυτών.
Στους «Κανόνες» που συνέταξαν οι ιδρυτές της σχολής αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Η Σχολή θα συντηρείται από τους Έλληνας εμπόρους και η διδασκαλία όλων των εγκυκλοπαιδικών μαθημάτων θα γίνεται εις την γραικικήν γλώσσαν των πατέρων, ώστε αι μέλλουσαι γενεαί να μη στερούνται την ελληνικήν παιδείαν». Με τη γλώσσα εφόδιο θα ήταν δυνατό οι νέοι των ελληνικών οικογενειών της Οδησσού να εισχωρήσουν στην ορθόδοξη πίστη, αλλά ταυτόχρονα και μάλιστα εξίσου σημαντικό ήταν να κοινωνήσουν με τις ιδέες και τις επιστήμες του διαφωτισμού.
Η φιλολογία, η φιλοσοφία, η γεωγραφία, η ιστορία, οι φυσικές επιστήμες και η εμπορική καταστιχογραφία ήταν πρώτης προτεραιότητας στις σπουδές των νέων. Και από τις ξένες γλώσσες η ρωσική και η ιταλική, απαραίτητες για τις εμπορικές επιχειρήσεις. Ιδού περίτρανα η διασύνδεση των εμπορικών πρακτικών της εποχής με το κίνημα του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Η καλή κατάσταση του ταμείου επέτρεπε την τακτική καταβολή των μισθών των καθηγητών και τη δωρεά φοίτηση των μαθητών. Άλλωστε σύμφωνα με τα κηρύγματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού η παιδεία είναι υπόθεση όλων.
Δημιουργήθηκε βιβλιοθήκη και αναγνωστήριο, ώστε οι εκπαιδευόμενοι να έχουν εύκολη πρόσβαση στις πιο πρόσφατες εκδόσεις των Ελλήνων λογιών. Για τον σκοπό αυτό εκδόθηκαν στα τυπογραφεία της πόλης βιβλία γραμματικής, μεταφράσεις αρχαίων κλασικών συγγραφέων και αναγνωστήρια. Όλα αυτά επιβάρυναν την εμπορική τάξη των Ελλήνων της Οδησσού.
Μέχρι να ανοίξει η σχολή το 1817 μεσολάβησαν τρία, περίπου, χρόνια προετοιμασίας. Αυτό δείχνει και τη σημασία που απέδιδαν οι ομογενείς στην καλή και απρόσκοπτη λειτουργία της. Εγκατέστησαν τη σχολή σε κτίριο στο κέντρο της Οδησσού, ενώ παράλληλα «προίκισαν» το ταμείο της σχολής με τρία ιδιόκτητα κτίρια στο κέντρο της πόλης.
Δηλαδή οι πρόσοδοι από την εκμίσθωση των τριών οικοδομημάτων διατέθηκαν στη σχολή. Τέλος, απευθύνθηκαν σε επιφανείς λογίους των ελληνικών γραμμάτων για να εργαστούν ως δάσκαλοι και εξασφάλισαν αναγνωστήρια για τους σπουδαστές.
Για τους νέους των άπορων οικογενειών τα βιβλία διανέμονταν δωρεάν, για τα παιδιά των ευκατάστατων πωλούνταν με προσαύξηση 20%. Αξίζει να σημειωθεί, ότι οι διευθυντές της σχολής δέχθηκαν ως υποτρόφους δεκάδες νεαρούς πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Οδησσό στη διάρκεια του Αγώνα.
Κατ’ αυτόν τον τρόπο η σχολή έγινε το εκπαιδευτικό καταφύγιο των ελληνοπαίδων, το σημαντικότερο κέντρο της διάδοσης των ελληνικών φώτων, ιδιαίτερα για εκείνους που δεν κατάγονταν από αριστοκρατικές οικογένειες της Ελλάδας. Πιο συγκεκριμένα, πολλοί σπουδαστές από τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Χίου, των Κυδωνιών και της Σμύρνης, που έπαψαν να λειτουργούν μετά την έκρηξη της Επανάστασης, πήγαν στην Οδησσό για να συνεχίσουν τις σπουδές τους.
Πρώτος δάσκαλος που ανέλαβε το έργο της μετάδοσης των φώτων στους Έλληνες νέους της Οδησσού ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος. Ο Γεννάδιος δίδασκε αρχαία ελληνικά, μυθολογία, αρχαιολογία, γεωγραφία, τον «λόγο του θεού» και εκκλησιαστική ιστορία. Η αρχαία ελληνική γραμματεία, το μεγαλείο των κλασικών γραμμάτων, συνδεδεμένα με τη χριστιανική παράδοση, ιδού το κυρίαρχο σημείο στον προσανατολισμό των ιδεών του νεοελληνικού διαφωτισμού.
Η απελευθέρωση της πατρίδας από τους «βάρβαρους» Τούρκους αποτελούσε τη σταθερή αναφορά στα μαθήματα του Γεννάδιου. Ο λόγος του ορμητικός, χειμαρρώδης ευαισθητοποιούσε τους μαθητές της σχολής. Αρκετοί απ’ αυτούς θα συνδράμουν λίγο αργότερα τα στρατιωτικά τμήματα του Υψηλάντη στην Επανάσταση στη Μολδοβλαχία. «Με το πέννα και με το πάλα», με τα γράμματα και τα όπλα, οι Έλληνες νέοι μαθητές της Ελληνεμπορικής Σχολής πρωτοστάτησαν στη διάδοση του απελευθερωτικού αγώνα της πατρίδας.
Ο Γεννάδιος έζησε στην Οδησσό στο διάστημα 1817-1820, περίοδο στην οποία χρημάτισε πρώτος διευθυντής της σχολής, θέση όπου τον διαδέχτηκε ο Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος. Ο Βαρδαλάχος, σπουδαία επίσης μορφή του ελληνικού διαφωτισμού που καταγόταν από τη Χίο, το φημισμένο νησί του Αρχιπελάγους στο εμπόριο και τα γράμματα, έγραψε τη Γραμματική της Ομιλούμενης Ελληνικής Γλώσσης (1829) συμβάλλοντας στην κατανόηση των κανόνων της γλώσσας από τους εκπαιδευμένους.
Το βιβλίο είχε ευρύτατη κυκλοφορία σε όλη τη Ρωσία, όπου ζούσαν τμήματα του ελληνισμού, καθόσον γνώρισε σημαντική απήχηση. Άλλο έργο του Βαρδαλάχου ήταν τα Μαθήματα εκ των Αισώπειων Μύθων (1830). Εξαιρετικοί δάσκαλοι ήταν και οι Ιωάννης Μακρής και Γεώργιος Λασσάνης, για ένα διάστημα δίδαξε στη σχολή και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος.
Ο κυβερνήτης της Οδησσού Λανζερόν εκδήλωνε συχνά το ενδιαφέρον του για την πορεία της Ελληνεμπορικής Σχολής και παρακολουθούσε τις ετήσιες εξετάσεις των σπουδαστών που λάμβαναν χώρα ενώπιον κοινού. Οι πνευματικές φυσιογνωμίες των Κούμα και Κοραή έδιναν έμπνευση στο εκπαιδευτικό έργο της σχολής, δείγμα της αφοσίωσης των εμπόρων-εφόρων στο έργο των Ελλήνων διαφωτιστών.
Μάλιστα, ο Κούμας παραβρέθηκε στις εναρκτήριες εορταστικές εκδηλώσεις της Σχολής, επισημαίνοντας τη σπουδαιότητα του εκπαιδευτηρίου των Ελλήνων ως κέντρου της ελληνικής παιδείας.
Μία οπωσδήποτε σπουδαία τομή στη ζωή της Ελληνεμπορικής Σχολής πραγματοποιήθηκε με την ίδρυση του τυπογραφείου της το 1827. Από εκείνο το σημείο και έπειτα το εκπαιδευτικό έργο αναβαθμίστηκε σημαντικά, εφόσον η πρόσβαση των φοιτούντων στα έργα των πεφωτισμένων λογίων έγινε πρακτικά ευκολότερη με την έκδοση των αναγκαίων εγχειριδίων.
Με την οικονομική χορηγία των ομογενών μεγαλεμπόρων, με την παρουσία ικανών δασκάλων, με την προσφορά κατάλληλων εγχειριδίων στους μαθητές, η Σχολή ήταν έτοιμη να γνωρίσει λαμπρές ημέρες. Η φήμη της είχε εξαπλωθεί, πλέον, πέραν των Ελλήνων. Πολλοί αλλοεθνείς γονείς προτιμούσαν τα παιδιά τους να σπουδάσουν στην ελληνική σχολή, σίγουροι ότι θα έπαιρναν υψηλού επιπέδου μόρφωση.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στο διάστημα 1833-1867, δηλαδή σε περίοδο 33 ετών, φοίτησαν στη σχολή 2.140 μαθητές, από τους οποίους 1.200 ήταν Έλληνες και 940 ήταν αλλοεθνείς και πιο συγκεκριμένα ήταν 676 Ρώσοι, 106 Βούλγαροι, 68 Πολωνοί, 38 Γερμανοί, 19 Ιταλοί, 15 Γάλλοι, 7 Αρμένιοι, 5 Άγγλοι, 3 Μολδαβοί, 2 Ισπανοί και 1 Εβραίος.
Το 1874 η Σχολή αναγνωρίστηκε με αυτοκρατορικό διάταγμα ως νομικό πρόσωπο, ενώ οι αλλαγές στον κανονισμό της σχολής βελτίωσαν τη λειτουργία της και διαφοροποίησαν, κατά κάποιο, τρόπο τον αρχικό προσανατολισμό της στη διάδοση της εμπορικής παιδείας. Ήδη από το 1885 είχαν μειωθεί τα εμπορικά μαθήματα, ένα ακόμη δείγμα ότι σταδιακά άλλαζε η φυσιογνωμία της ελληνικής κοινότητας της Οδησσού, στρεφόμενη από την εμπορική απασχόληση και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες.
Ο Λύσανδρος Χατζηκώνστας, διευθυντής της σχολής, για σύντομο χρονικό διάστημα (1885-1886 και 1902-1904), κατάφερε να δώσει νέα ώθηση στη σχολή. Είναι ο ίδιος που πρωτοστάτησε στη δημιουργία της Μαρασλείου Βιβλιοθήκης. Το 1888 ανέλαβε τη διεύθυνση ο Συνόδης Παπαδημητρίου.
Παρέμεινε στη θέση του διευθυντή έως το 1905, δεκαεπτά ολόκληρα χρόνια με μικρή διακοπή στο διάστημα 1902-1904. Ήταν μια περίοδος στην οποία το έργο της σχολής εξασφάλισε την απεριόριστη συμπάθεια των ρωσικών αρχών και αυτό έγινε χάρη στον Παπαδημητρίου.
Η διεισδυτικότητα του διευθυντή στον κύκλο των Ρώσων διανοητών, η προσαρμοστικότητά του στη ρωσική λόγια παράδοση και η ένταξή του στο ρωσικό εκπαιδευτικό σύστημα, έπαιξαν πρωτεύοντα ρόλο στην εκτίμηση των Αρχών προς την Ελληνοεμπορική Σχολή σ’ αυτό το διάστημα.
Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα η σχολή βρισκόταν σε πλήρη ακμή. Το 1913 μεταφέρθηκε δίπλα στο Ροδοκανάκειο Παρθεναγωγείο, στο πλάι της ελληνικής εκκλησίας της Αγίας Τριάδος. Τα οικονομικά της σχολής ήταν ανθηρά και η εφορία των Φωκίωνα Κούση, Ελευθερίου Παυλίδη, Ιωάννη Δριτσάκη και Νικολάου Λινάκη πραγματοποίησε το σπουδαίο έργο της κατασκευής νέου τετραώροφου κτιρίου.
Στις νέες εγκαταστάσεις προβλεπόταν η λειτουργία νηπιαγωγείου, εξαταξίου δημοτικού και γυμνασίου. Οι αίθουσες της σχολής ήταν αμφιθεατρικές και τα μαθητικά θρανία είχαν παραγγελθεί στην Ελβετία. Προεξάρχουσα φυσιογνωμία στο εκπαιδευτικό προσωπικό ήταν ο αρχιμανδρίτης της Αγίας Τριάδος και πολυπράγμων ανάμεσα στην ελληνική κοινότητα Άγγελος Πεφάνης.
Ο Πεφάνης ασκούσε ισχυρή επίδραση σε παράγοντες της «κοινότητας και με έναν τρόπο είχε υπό την επιρροή του τους εκπαιδευτικούς προσανατολισμούς της σχολής τουλάχιστον μέχρι το 1911, όταν ανέλαβε διευθυντής ο Κάρολος Τσάρλτον για τον οποίο οι ρωσικές αρχές εκτιμούσαν, ότι προσπαθούσε να επιβάλει ένα εκπαιδευτικό status αντίθετο προς τη ρωσική γλώσσα και κουλτούρα, να αναπροσανατολίσει τη φυσιογνωμία της σχολής σε κατευθύνσεις πλησιέστερες προς την ελληνική γλώσσα και την επιρροή των ελληνικών παραδόσεων.
Είναι μία εμφανής αντίθεση στην πολιτική που άσκησε στη διεύθυνση της σχολής ο Τσάρλτον σε σχέση με τον Συνόδη Παπαδημητρίου. Ο τελευταίος είχε εξασφαλίσει ως διευθυντής (1888-1905) την εύνοια των Αρχών, αφού εγκλιματίσθηκε κατά πολύ στη ρωσική γραμματεία. Ο Τσάρλτον, αντιθέτως, δεν προχώρησε στο ελάχιστο: απέφυγε να μάθει και αυτή τη ρωσική γλώσσα. Η αλήθεια είναι ότι ο Τσάρλτον απολάμβανε την καθολική αναγνώριση του ελληνισμού της Ρωσίας, αλλά και του ελληνικού κράτους. Άφησε σπουδαίο έργο με σημαντικότερη συμβολή ότι με δική του πρωτοβουλία ανέλαβε ο ίδιος την επιμόρφωση 150 περίπου δασκάλων της ελληνικής γλώσσας στην περιφέρεια του Καρς.
Το 1916 το εκπαιδευτικό προσωπικό της σχολής ανερχόταν σε 19 άτομα, από τα οποία 4 ήταν γυναίκες και από τους άνδρες 5 ήταν Ρώσοι. Όπως αναφέραμε διευθυντής ήταν ο Τσάρλτον, ενώ εξακολουθούσε να διδάσκει και ο αρχιμανδρίτης Πεφάνης. Το σύνολο των σπουδαστών ήταν 460, από τους οποίους 372 ήταν Έλληνες, 23 Ρώσοι και 65 αλλοεθνείς.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Β' τάξη του εμπορικού τμήματος δεν εμφανίστηκαν καθόλου μαθητές, μία ακόμη επιβεβαίωση του μαρασμού που χαρακτήριζε την εμπορική εκπαίδευση της σχολής. Κατ’ ουσίαν η Ελληνεμπορική Σχολή είχε μετατραπεί σε σχολείο για την εκμάθηση της ελληνικής και ξένων γλωσσών.
Η Οκτωβριανή Επανάσταση βρήκε τελευταίο διευθυντή τον Τσάρλτον, την εμμονή του οποίου στις ελληνικές παραδόσεις τόσο είχαν κατηγορήσει οι ρωσικές αρχές στο πρόσφατο παρελθόν. Στις νέες συνθήκες η σχολή διέκοψε τη λειτουργία της συμπληρώνοντας 100 χρόνια αδιάκοπης ζωής (1817-1917)·
Πολλοί μαθητές αποχώρησαν από την Οδησσό με τους γονείς τους και αρκετοί μεταφέρθηκαν σε σχολεία της Αθήνας. Η Ελληνεμπορική Σχολή είχε τεράστια προσφορά στον Ελληνισμό της Νότιας Ρωσίας, αλλά και γενικότερα στην εκπαίδευση των νέων της Οδησσού αδιακρίτως εθνικότητας.
Συνέβαλε καθοριστικά στην ενίσχυση της ελληνικής συνείδησης των ομογενών, γεγονός κεφαλαιώδους σημασίας, πολύ περισσότερο μέσα στο κλίμα του εκρωσισμού που επεδίωκαν σταθερά οι ρωσικές αρχές στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα.
Βασίλης Κάρδασης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου