Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Η Οθωμανική αυτοκρατορία διαιρούνταν σε μιλλέτ (τουρκ. millet, «έθνη» ), ευρείες θρησκευτικές κοινότητες οργανωμένες γύρω από τη θρησκευτική και πολιτική εξουσία του πνευματικού τους ηγέτη, και επισήμως οι κάτοικοι διαχωρίζονταν σε Μουσουλμάνους, Εβραίους και Χριστιανούς (Ελληνορθόδοξους, Αρμένιους κ.α.). Ο αρχηγός του «έθνους» θεωρούνταν υψηλόβαθμος αξιωματούχος της αυτοκρατορίας και έφερε τον τίτλο του πασά (τουρκ. paşa) με τις τρεις ουρές αλόγων στη σημαία του. [1]
Μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα δεν υπήρχε κεντρικό σύστημα δημόσιας παιδείας για τους Τούρκους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Για τη μεγάλη μάζα των μουσουλμάνων υπήρχαν τα Κορανικά Σχολεία τα οποία λειτουργούσαν σαν παραρτήματα των τζαμιών και πρόσφεραν μια βασική θρησκευτική εκπαίδευση, κυρίως αποστήθιση του Κορανίου. Αναφέρεται ότι στις αρχές του 19ου αιώνα υπήρχαν δάσκαλοι σε Κορανικά Σχολεία οι οποίοι ήταν αγράμματοι. Μια ανώτερη βαθμίδα παιδείας πρόσφεραν οι "μενδρεσέδες", όπου δινόταν ευρύτερη θρησκευτική και κοσμική παιδεία. Όσοι ήθελαν μια πρακτική και χρηστική παιδεία έπρεπε είτε να αυτοδιδαχτούν είτε να συμμετέχουν σε κύκλους μορφωμένων. Για ειδικές κατηγορίες πολιτών υπήρχαν ιδρύματα όπως η σχολή Δικαίου μέσα στο Τοπ-Καπί ή η σχολή των γενιτσάρων. Τα Κορανικά Σχολεία χρηματοδοτούνταν από δωρεές πλουσίων μουσουλμάνων και από κληροδοτήματα (βακούφια) καθώς και από εισφορές των γονέων των μαθητών[2].
Οι Χριστιανοί, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι παρά τις δυσκολίες ήταν σε σαφώς καλύτερη κατάσταση από πλευράς παιδείας. Στην περίπτωση των Χριστιανών, οι οποίοι στο συγκεκριμένο γεωγραφικό χώρο ήταν και Ορθόδοξοι, ο Οικουμενικός Πατριάρχης (Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης) ορίστηκε επικεφαλής του έθνους (τουρκ. millet başı).[3][4] Στις πρώτες δεκαετίες μετά την Άλωση υπήρξαν μικρές βραχύβιες εκπαιδευτικές εστίες, οι προσπάθειες όμως κάποιων λογίων και δασκάλων για τη μόρφωση υπήρξαν μεμονωμένες και περιορισμένες. Η ευθύνη για την ίδρυση σχολείων βάραινε το πατριαρχείο ως θρησκευτική, πνευματική και πολιτική ηγεσία του γένους. Η αδυναμία του πατριαρχείου να ανταποκριθεί προς αυτόν τον σκοπό οφείλεται τόσο σε αντικειμενικά προβλήματα (αυτονόητες αντιξοότητες της δουλείας, έλλειψη πόρων και δασκάλων, αμάθεια λαού που ίσχυε ως κανόνας στην Υστεροβυζαντινή εποχή και κληρονόμισε ο ελληνικός χώρος)[5] όσο και στην νοοτροπία του ίδιου του πατριαρχείου που ήταν απορφανισμένο από ηγετικές προσωπικότητες, καθώς οι περισσότεροι λόγιοι είχαν εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη και είχαν καταφύγει στη Δύση μαζί με τα χειρόγραφά τους. Η ηθικοπνευματική παρακμή είχε διεισδύσει και στη διοίκηση της Εκκλησίας, και ο καιροσκοπισμός και η σιμωνία ήταν συχνά φαινόμενα. Η παρακμή αυτή εντάσσεται σε ένα γενικότερο αίσθημα νωθρότητας που προερχόνταν από τη μοιρολατρία που προκάλεσε η θεωρία της θεϊκής τιμωρίας των χριστιανών μέσω της Άλωσης για τις αμαρτίες τους. Σύμφωνα με την πολιτική που ακολούθησε το Οικουμενικού Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης διδασκόταν μόνο ότι θεωρούνταν χρήσιμο για την ανανέωση της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.[6] Αλλά η λειτουργία των Εκκλησιών (που συνήθως χρησίμευαν και ως χώροι διδασκαλίας) γινόταν με περιορισμούς επειδή έπρεπε να συμμορφώνεται προς τον ισλαμικό νόμο. Έτσι, άγγλος περιηγητής του 17ου αι. παρομοιάζει τις εκκλησίες με "σπήλαια" και "τάφους" που λειτουργούσαν στο σκοτάδι.[7]
Υπήρχαν δύο βαθμίδες σχολείων. Η πρώτη αποτελούνταν από τα "κοινά σχολεία" ή "σχολεία των ιερών γραμμάτων", τα οποία δεν είχαν θεσμική υπόσταση μέχρι τον ύστερο 18ο αιώνα και συχνά η λειτουργία τους υποκαθιστόταν από εγγράμματο μέλος του περιβάλλοντος του παιδιού. Τα κείμενα που χρησιμοποιούνταν ήταν θρησκευτικά, όπως το Ψαλτήρι, η Οκτώηχος και ο Απόστολος και η διαδικασία της μάθησης επίπονη, μέχρι την εμφάνιση των πρώτων σύγχρονων αλφαβητάριων το β' μισό του 18ου αιώνα.[8] Στη δεύτερη βαθμίδα βρίσκονταν τα "ελληνικά σχολεία" που ονομάζονταν επίσημα και "φροντιστήρια", τα οποία εμφανίστηκαν το 17ο αιώνα. Οι μαθητές τους διδασκόταν κυρίως την ερμηνεία αρχαιοελληνικών κειμένων με χρήση της αριστοτελικής μεθόδου του Θεόφιλου Κορυδαλλέα.[9] Στον αριστοτελικό σχολαστικισμό που υποστήριζε το Πατριαρχείο αντιτάχθηκαν Διαφωτιστές όπως ο Ιώσηπος Μοισιόδακας και ο Μεθόδιος Ανθρακίτης και πρότειναν τον εμπλουτισμό των προγραμμάτων με βάση τα νεωτερικά ρεύματα της Δύσης. Έτσι, και υπό την επιρροή του Κοραή, η εκπαίδευση πέρασε σε μια νέα φάση στις αρχές του 19ου αιώνα, με την ίδρυση και υλική στήριξη νέων σχολείων από ομάδες εμπόρων και κοινότητες, σε αρκετά από τα οποία η διδασκαλία γινόταν σε απλή γλώσσα.[10]
Αναφέρεται ότι έως τον 19ο αιώνα ήταν σπάνιο να βρεθεί Έλληνας, άνδρας ή γυναίκα, που να μην ξέρει να διαβάζει και να γράφει στη γλώσσα του ενώ, αντίθετα, ήταν σπάνιο να βρεθεί Τούρκος, πέραν των αξιωματούχων, που να ήταν εγγράματος[12].
Από τον 18ο αιώνα το Οθωμανικό κράτος άρχισε να ιδρύει δυτικού τύπου εκπαιδευτικά ιδρύματα με σκοπό τον εκσυγχρονισμό της αυτοκρατορίας. Η κύρια αιτία αυτών των εξελίξεων ήταν οι αυξανόμενες στρατιωτικές πιέσεις από τη Δύση αλλά και εσωτερικές πιέσεις από τον κρατικό μηχανισμό. Με σουλτανικά φιρμάνια του 1839 και του 1856 επιχειρήθηκε η εξίσωση των υπηκόων ενώπιον του νόμου ανεξαρτήτως θρησκεύματος. Ωστόσο, αυτές οι μεταρρυθμίσεις συνάντησαν σθεναρή αντίσταση από την μουσουλμανική κοινότητα η οποία αισθάνθηκε να μειώνονται τα δικαιώματά της. Μουσουλμάνοι επιτέθηκαν ακόμα και σε Σουλτάνους αποκαλώντας τους (υπό μορφή ύβρεως) "Χριστιανούς" και "Εβραίους" και φτύνοντάς τους. Στην πράξη κατέστη αδύνατο να αρθεί ο διαχωρισμός των υπηκόων σε μουσουλμάνους και μη.[13] Πάντως η παιδεία των μή-μουσουλμάνων γνώρισε σημαντική βελτίωση με την αναθεώρηση του 1856 (Φιρμάνι Islahat), γεγονός που ανάγκασε την Υψηλή Πύλη να θεσμοθετήσει επίσης ένα σύστημα δημόσιων σχολείων και για τους μουσουλμάνους[14].
Ιστορικές αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Από το τέλος του 16ου αιώνα, χειρόγραφες και επίσημες μαρτυρίες που σώζονται και πραγματεύονται την κατάσταση της ελληνικής παιδείας, βεβαιώνουν την ίδρυση και λειτουργία ελληνικών σχολείων. Ο Γερμανός ελληνιστής Μαρτίνος Κρούσιος, στο κυριότερο έργο του Turcograecia (1584), σημειώνει την παρουσία κοινών σχολείων, όπου τα παιδιά διδάσκονται ανάγνωση με χρήση εκκλησιαστικών λειτουργικών βιβλίων, όπως επιβεβαιώνει και ο ιερέας της γερμανικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη Σάλομον Σβέιγγερ (Salomon Schweigger).[16] Ειδικότερα η περίοδος της δεύτερης και κυρίως της τρίτης δεκαετίας του 17ου αιώνα, χαρακτηρίζεται ως η πρώτη μετά την Άλωση πνευματική αναγέννηση της υπόδουλης Ελλάδας με την ελληνική παιδεία να γνωρίζει σημαντική βελτίωση που συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες[17].
Ένα από τα παλαιότερα έργα Έλληνα συγγραφέα για τα σχολεία και την εκπαίδευση των υπόδουλων Ελλήνων είναι το Status praesens ecclesiae graecae του Αλέξανρου Ελλάδιου, εκδοθέν το 1714 σε λατινική γλώσσα. Εκεί αναφέρεται με λεπτομέρειες η διδασκαλία των παιδιών, που στο χαμηλότερο επίπεδο περιστρεφόταν γύρω από τα εκκλησιαστικά βιβλία. Ο Ελλάδιος είναι ίσως ο πρώτος που αναφέρει τον όρο "κολυβογράμματα" (σελ. 27)[18].
Γεγονός πρέπει να θεωρείται η γενικότερη αναβίωση της ελληνικής παιδείας από το 17ο αιώνα, όπως περιγράφεται από τον Παρανίκα αλλά και από άλλους ιστοριογράφους όπως ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, και συνοδεύεται από την ίδρυση αρκετών σχολείων[19][20]. Για τη μελέτη θεμάτων της εκπαίδευσης, το έναυσμα έδωσε το 1865 ο Ροδοκανάκειος Φιλολογικός Αγών με την προκήρυξη διαγωνισμού με αντικείμενο την ιστορία της ελληνικής παιδείας από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1821. Υποβλήθηκαν εργασίες από τους Παναγιώτη Αραβαντινό και Κωνσταντίνο Σάθα, με τον τελευταίο να βραβεύεται τελικά για το μέρος της έρευνάς του που αφορούσε στους λογίους και στο γλωσσικό ζήτημα, καθώς θεωρήθηκε πως η μελέτη του Παρανίκα, που είχε ήδη δημοσιευθεί, κάλυπτε επαρκώς τα θέματα που άπτονταν των ελληνικών σχολείων. Σε καμία από αυτές τις εργασίες δε συναντάται αναφορά στην ύπαρξη Κρυφού Σχολείου[22].
Συμπληρωματική της εργασίας του Παρανίκα είναι και η μελέτη του Τρύφωνος Ευαγγελίδου, Η παιδεία επί Τουρκοκρατίας (1936), όπου κατέγραψε ακόμα περισσότερα σχολεία, βασισμένος σε πρόσθετες πηγές στις οποίες δεν είχε πρόσβαση ο Παρανίκας[23]. Γνωστά είναι, εξάλλου, ορισμένα από τα μεγαλύτερα εκπαιδευτήρια του υπόδουλου ελληνισμού, όπως η Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, η Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης και άλλα σχολεία σε πολλές περιοχές της οθωμανικής αυτοκρατορίας[24]. Μαρτυρίες για ελεύθερη ίδρυση και λειτουργία σχολείων αντλούνται επίσης από ξένους περιηγητές, όπως τον άγγλο αξιωματικό Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ που επισκέφτηκε την Ελλάδα κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821[25], αν και τέτοιες μαρτυρίες θεωρούνται εν γένει μικρότερης αξίας από τις πρωτογενείς ελληνικές πηγές.
Στην Iστορία των του Xριστού Πενήτων (1939)[26], ο λόγιος Μανουήλ Γεδεών αποφαίνεται πως η τουρκική κυβέρνηση «ουδέποτε εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων εμπόδισε την εν νάρθηξι και κελλίοις διδασκαλίαν» σημειώνοντας πως «μέχρι σήμερον ουδαμού ανέγνω εν ομαλή καταστάσει πραγμάτων βεζίρην, ή αγιάνην, ή σουλτάνον εμποδίσαντα σχολείου σύστασιν, ή οικοδομήν...»[27]. Το ίδιο σημειώνει λίγα χρόνια αργότερα και ο Βλαχογιάννης στη Νέα Εστία[28].
Στις σύγχρονες πηγές δεν καταγράφεται καμία σχετική με απαγόρευση ίδρυσης ή λειτουργίας σχολείου[15]. Στον Λόγιο Ερμή, φιλολογικό περιοδικό του 1811 που εκδόθηκε στο Βουκουρέστι αναφέρεται το άνοιγμα σχολείων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας «αδεία των κρατούντων» (με άδεια των αρχών) στην Κωνσταντινούπολη, στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, στη Χίο κλπ και αναφέρεται η οργάνωση λυκείων στη Σμύρνη και στη Θεσσαλονίκη[29]
Ο ιστορικός και αγωνιστής του 1821 Ιωάννης Φιλήμων, στο Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας που εκδόθηκε το 1834, αναφέρει ειδικότερα πως η ελεύθερη σύσταση ελληνικών σχολείων οφειλόταν στη γενικότερη αμάθεια των Τούρκων, οι οποίοι, κατά τον Φιλήμωνα, αγνοούσαν ποια μέτρα θα ωφελούσαν το πολιτικό σύστημά τους[30], υπονοώντας την απαγόρευση των σχολείων.
Η πνευματική πορεία του Ελληνισμού κατά την Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στη νεότερη ελληνική ιστορία η μετάφραση των αρχαιοελληνικών κειμένων παρακολουθεί την πνευματική πορεία του Ελληνισμού.[31] Γόνιμη μεταφραστικά υπήρξε η εποχή της Ευρωπαϊκής Αναγέννησης, αρχικά κυρίως από πρόσφυγες βυζαντινούς λόγιους που είχαν καταφύγει στην Ιταλία πριν ή αμέσως μετά την Άλωση, διαδίδοντας τα κλασικά αρχαιοελληνικά κείμενα με μεταφράσεις στα λατινικά και έπειτα στα ιταλικά. Το παράδειγμά τους ακολούθησαν οι Ιταλοί μαθητές τους, όπως ο Μανουήλ Χρυσολωράς, ο Δημήτριος Χαλκοκονδύλης, ο Ιανός Λάσκαρις, ο Μάρκος Μουσούρος, κ.ά.[31]
Προσφώνηση στον επίσκοπο Μυλοποτάμου:
«Βλέποντας, θεοφιλέστατε δέσποτα, ότι δια την μακράν και πικροτάτην δουλοσύνην το ημέτερον γένος εξέπεσε και ουδέ καν αναθυμάται την προκοπήν όπου είχαν οι πρόγονοί μας, με την οποίαν άφησαν εις όλην την οικουμένην λαμπράν και αθάνατον δόξαν, ηθέλησα να συμβουλευθώ και να κοινολογήσω το πράγμα με όσους σοφούς και πεπαιδευμένους … με ποίον τρόπον ήθελεν διορθωθή το πάθος τούτο της απαιδευσίας και να γυρίσουν εις το καλόν. Και όλοι από μίαν γνώμην ήσαν ότι, αν ήθελαν διαβάσει και γρικήσουν τα βιβλία όπου αφήκαν εκείνοι οι παλαιοί και ενάρετοι άνδρες, εύκολα ήθελεν διορθωθή η απαιδευσία όπου πλεονάζει εις τους πολλούς. Δια τούτο λοιπόν ώρμησα και εγώ, με γνώμην και παρακίνησιν των ειρημένων ελλογίμων και ευγενών ανδρών, από όσον δύναμαι, θεού οδηγούντος να μεταγλωττίσω και να πεζεύσω από τα βιβλία όπου να είναι χρήσιμα και ωφέλιμα εις το ανακαινισθή και να αναπτερυγιάσει από την τόσην απαιδευσίαν το ελεεινόν γένος.»
— Νικόλαος Σοφιανός, Γραμματική της Κοινής των Ελλήνων Γλώσσης, επιμ.-εισ. Θανάσης Παπαδόπουλος, Αθήνα 1977, σελ. 259.
Λίγα χρόνια αργότερα, κατά το πρώτο μισό του 16ου αιώνα, άλλοι Έλληνες λόγιοι από τα Επτάνησα που είχαν μεταναστεύσει στη Βενετία, εμπνευσμένοι από την προσπάθεια των ευρωπαίων συναδέλφων τους, οι οποίοι είχαν επιδοθεί στη μετάφραση κειμένων στις νέες εθνικές γλώσσες, και με την παρακίνηση κάποιων εκδοτών, άρχισαν να μεταφράζουν[σημ. 1] στα ελληνικά, στην κοινή γλώσσα της εποχής, κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας. Ο Νικόλαος Σοφιανός παρατήρησε ότι στην Ελλάδα κυριαρχούσε βαθιά αγραμματοσύνη, και ότι τα απαραίτητα για την μόρφωση του λαού βιβλία ήταν ανύπαρκτα. Συνέλαβε λοιπόν την αξιοπρεπέστατη ιδέα να γράψει και να τυπώσει μια σειρά από βιβλία στην δημοτική γλώσσα. Ξεχωρίζει το έργο «Περί παίδων αγωγής του Πλουτάρχου» (η πρώτη μετάφραση (1544) πεζού κειμένου από την αρχαία ελληνική στην κοινή γλώσσα της εποχής), το οποίο κωδικοποίησε στη «Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης», την πρώτη γραμματική της Νέας Ελληνικής.[31] Έγραψε επίσης ρητορική, λογική, γεωμετρία, αστρονομία και άλλα βιβλία φιλοσοφικού περιεχομένου.
Ωστόσο, οι μεταφράσεις αρχαιοελληνικών και λατινικών κειμένων από τους λόγιους, όπως δηλώνεται και από τον Σοφιανό στην προσπάθεια τους να βοηθήσουν στην παιδεία του υπόδουλου γένους, δεν σχετίζονταν αμέσως με σχολικές ανάγκες και στα εκκλησιαστικά σχολεία της Τουρκοκρατίας αντίθετα κυριάρχησε ο δογματικός τύπος προβολής και υποδοχής της αρχαίας ελληνικής γλώσσας και γραμματείας.[31] Τα αρχαία και τα αρχαιόγλωσσα πατερικά κείμενα διδάσκονταν αμετάφραστα με περιττή και χρονοβόρα διαδικασία με αποτέλεσμα να μένουν ανερμήνευτα, με ιδιαίτερο βάρος[σημ. 2] στην αρχαία γλώσσα και τη γραμματική της και κυριαρχούσε η «ψυχαγωγία»[σημ. 3] και η γραμματική «τεχνολογία», όπως φαίνεται από την έντονη κριτική που άσκησαν σημαντικοί λόγιοι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού (Δημήτριος Καταρτζής, Ιώσηπος Μοισιόδακας, Αδαμάντιος Κοραής).
Κοινόν:
«Τρία πράγματα κάμνουν τον άνθρωπον καλορίζικον: της ψυχής το καλόν, τουτέστιν η φρονιμάδα, του κορμιού, το οποίον έναι η υγεία, της τύχης, οπού έναι ο πλούτος. Τα δύο δεν είναι εις δύναμιν εδικήν μας, διότι το ένα έναι της φύσεως, το άλλο το άλλον της τύχης· το ένα μόνον έναι εδικόν μας, η άσκησις της ψυχής. Και αν ημείς αμελούμεν εκείνο οπού εμπορούμεν ατοί μας, κακά θέλουν μας βοηθήσειν τα άλλα εις εκείνο οπού δεν δυνόμεστεν ημείς.»
Ελληνικόν:
«Τα τον άνθρωπον ευτυχή ποιούντα τρία εισίν: το της ψυχής αγαθόν, όπερ εστί το φρονείν, το του σώματος, το υγιαίνειν και το του δαίμονος, το πλουτείν. Και των μεν τα δύο εφ' υμίν ουκ έστιν· το γαρ εν φύσει, το δ' έτερον τύχη έπεται. Εν μόνον των απάντων εφ' ημίν εστι, η της ψυχής μελέτη. Εάν δ' αυτοί τούτου αμελώμεν, δύσκολον εν τοις ουκ εφ' ημίν τα έτερα συλλήψονται.»
Μαρ. Μαντουβάλου, Η ελληνική "θεματογραφία" στη Δύση και οι κώδικες Vat. Gr. 1733, 1826, 1890, Κείμενα και μελέται νεοελληνικής φιλολογίας 88, Αθήναι 1973, σελ. 18.[32]
Την περίοδο της Τουρκοκρατίας, οι δάσκαλοι μαθημάτων της «Κυκλοπαιδείας» στη διδασκαλία της γραμματικής και του συντακτικού ασκούσαν τους μαθητές στο «αντίστροφο», δίνοντάς τους θέματα, όπως αναφέρει ο Κοραής, «ιδικής των επινοίας, εις το κοινόν» και υποχρεώνοντάς τους να εφαρμόζουν τους σχετικούς κανόνες και να τα μεταφέρουν «εις το ελληνικόν». Οι κώδικες που έχουν σωθεί με πλαστά κείμενα εις το κοινόν και το ελληνικόν αποτελούν δείγματα γραφής της κοινής γλώσσας. Η μονολεκτική απόδοση του αρχαίου κειμένου αντικατέστησε την «ψυχαγωγία» σε κάποια νεωτεριστικά σχολεία στις αρχές του 19ου αιώνα. Η μονολεκτική μετάφραση εφαρμόστηκε και στο Φιλολογικό Γυμνάσιο της Σμύρνης στο σύντομο διάστημα της λειτουργίας του.[31]
Ο Αδαμάντιος Κοραής, ως μία πολυσχιδής προσωπικότητα, ασχολήθηκε και με το θεολογικό κομμάτι της επιμόρφωσης των Ελλήνων. Ο ίδιος[σημ. 4] ήταν συνειδητά Ορθόδοξος Χριστιανός, αλλά πίστευε πως η Ορθόδοξη Εκκλησία είχε αλλοιωθεί αρκετά σε σχέση με το αρχική πίστη των Αποστόλων, θεωρώντας ιδιαιτέρως υπεύθυνο για αυτό το Μοναχισμό,[33] αλλά και την έλλειψη παιδείας που παρατηρούσε. Ο ίδιος επεδίωκε ουσιαστικά μία μεταρρύθμιση βασισμένη πάνω στην επιμόρφωση των υποδούλων Ελλήνων, εξ ου και ο θερμός χαιρετισμός του για τη λειτουργία της Αθωνιάδας σχολής.[34] Η προσπάθεια της αναγέννησης αυτής, θεωρείται πως είχε επηρεασθεί αισθητά από το κίνημα του διαφωτισμού και τις βάσεις των προτεσταντικών θεμελίων,[35] χωρίς αυτό να σημαίνει πως εξαιρούσε από την κριτική του και τις προτεσταντικές εκκλησίες.[36]
Τελικά επεδίωξε μία μεταρρύθμιση για την Ορθόδοξη Εκκλησία, βασισμένη πάνω στο μεταφυσικό οικοδόμημα του προτεσταντισμού, θεμέλια που σήμερα κάποιοι υποστηρίζουν πως έχουν κατεδαφιστεί από τις σύγχρονες κοινωνικές και θετικές επιστήμες.[37] Ως κύριο στόχο είχε την διαμόρφωση ενός γλωσσικού οργάνου κατάλληλου για την πνευματική ανάπτυξη. Ανάμεσα στις δύο αντίρροπες τάσεις της εποχής, την αποκλειστική χρήση της ομιλουμένης γλώσσας και την επαναφορά της αρχαίας, ο Κοραής κράτησε μία ενδιάμεση στάση: βάση του ήταν η ομιλουμένη γλώσσα, για την οποία πρότεινε τον «καθαρισμό» από ξένες και ιδιωματικές λέξεις και την γενικότερη «διόρθωση» από τους λογίους. Οι υποδείξεις του Κοραή οδήγησαν στην διαμόρφωση της γλωσσικής μορφής που ονομάστηκε καθαρεύουσα, η οποία από τις αρχές του 19ου αιώνα καθιερώθηκε ως γραπτή γλώσσα (με εξαίρεση τη λογοτεχνία).[38][39][40]
Μαρτυρίες για δυσχέρειες στην παιδεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Οι υπάρχουσες μαρτυρίες δείχνουν ότι δεν υπήρχε μια ενιαία πολιτική της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως προς την παιδεία των Ελλήνων και λοιπών Χριστιανών σε όλες τις εποχές και όλους τους τόπους. Υπάρχουν αναφορές για ακραία αντιχριστιανικά μέτρα όπως η απαγόρευση χρήσης των μητρικών γλωσσών επί ποινή κοψίματος της γλώσσας, κάτι που θεωρείται σύμφωνο με την τουρκική παράδοση (Pears, σ. 208). Προσπάθεια απαγόρευσης της Ελληνικής γλώσσας αναφέρεται ακόμη και στα Ιωάννινα στα τέλη του 19ου αιώνα[41]. Άλλες πηγές ισχυρίζονται ότι η παιδεία δεν αντιμετώπιζε την αντίδραση τής κεντρικής εξουσίας, θεωρείται όμως πιθανό πως σε ορισμένες περιπτώσεις Τούρκοι αξιωματούχοι απομακρυσμένων περιφερειών δυσχέραιναν ή απαγόρευαν τη λειτουργία σχολείων για ποικίλους λόγους, που πολλές φορές σχετίζονταν με την αναστάτωση που προκαλούσαν τα απελευθερωτικά κινήματα.[42]. Αυτή η αντίθεση μεταξύ της έξωθεν καλής εντύπωσης και της σκληρής πραγματικότητας της Οθωμανικής διοίκησης επισημαίνεται ήδη από το 1822 σε επιστολές του Στέφανου Κανέλλου προς τον Γερμανό φιλέλληνα Carl Iken[43].
Κωλύμματα από τις περιφερειακές Οθωμανικές Αρχές αναφέρονται και σε σχέση με τα Αρμενικά σχολεία στις αρχές του 20ου αιώνα, παρ' ότι επισήμως στο Αρμενικό Πατριαρχείο είχαν δοθεί προνόμια στο σχετικό θέμα (βλ. Κρυφά σχολεία, και Pears, σ. 208).
Η «ομαλή κατάσταση», που αναφέρει ο Γεδεών στο έργο του με τονισμένα γράμματα, διεκόπτετο κατά τις διάφορες εξεγέρσεις και ιδίως κατά την Επανάσταση του 1821, οπότε σχολεία, βιβλιοθήκες κτλ καταστρέφονταν ή έκλειναν ακόμα και σε περιοχές που δεν επαναστάτησαν, όπως συχνά αναφέρεται στα έργα του Παρανίκα, του Ευαγγελίδη και άλλων.[44][45]. Για παράδειγμα, το 1821-22 πυρπολήθηκαν τα αξιόλογα σχολεία, οι βιβλιοθήκες, τα μουσεία (δηλ. πνευματικά κέντρα), διδακτήρια Φυσικής κτλ των Ιωαννίνων και δεν λειτούργησαν επί έξι ολόκληρα έτη έως ότου ανασυστάθηκαν με αγαθοεργείες των αδελφών Ζωσιμάδων.[46]
Ενδελεχή μελέτη για την κατάσταση των ελληνικών γραμμάτων από την άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 19ο αιώνα παρέδωσε επίσης ο Ματθαίος Παρανίκας, στο Σχεδίασμα (1867). Εκεί περιγράφει τη ζοφερή κατάσταση της παιδείας μετά την Άλωση, παρομοιάζει τα μοναστήρια και τις εκκλησίες με "καταγώγια" και "κευθμώνες" (κρυψώνες) των γραμμάτων, χωρίς να κάνει λόγο για «κρυφό σχολειό».[47] Στο έργο του, ο Παρανίκας παρέχει λεπτομερείς πληροφορίες για σχολεία και δασκάλους που δίδαξαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας[19].
Σε προτρεπτικό λόγο υπέρ της επανάστασης που δημοσίευσε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος «ο εξ Οικονόμων» το 1821 αναφέρεται η ύπαρξη σχολείων, για τα οποία όμως αναφέρει ότι όταν δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν κρυφά, κατάφερναν να λειτουργούν με τεχνάσματα ή χάρη σε δωροδοκίες Τούρκων αξιωματούχων. Ο ίδιος επίσης αναφέρει ότι το σχολείο της Σμύρνης εδιώχθη επειδή δίδασκε μαθηματικά και φιλοσοφία, κάτι που οι Τούρκοι θεωρούσαν ότι αφορούσε «τακτική» (πολεμική τακτική) και «αθεΐα» ενώ αυτό των Κυδωνιών της Κρήτης κινδύνευσε να καταστραφεί εκ θεμελίων και σώθηκε με εξαγορά.[48] Στις Κυδωνίες, κατά την έναρξη της Επανάστασης της Κρήτης τον Μάιο του 1821, οι Τούρκοι συνέλαβαν τον αλληλοδιδάσκαλο και ιεροδιάκονο Καλλίνικο από τη Βέρροια, τον οποίον μισούσαν και αποκαλούσαν και "Νιζαμζετιτλή" λόγω του νέου τρόπου διδασκαλίας που χρησιμοποιούσε, και τον φυλάκισαν μαζί με τον επίσκοπο Κυδωνιών. Ταυτόχρονα περικύκλωσαν το σχολείο των Κυδωνιών με σκοπό να συλλάβουν τον δάσκαλο Νικόλαο Φουράκη, ο οποίος προς στιγμή σώθηκε κρυβόμενος σε ένα σπίτι αλλά πέθανε σύντομα από τις ταλαιπωρίες. Την ίδια ημέρα, βάσει σχεδίου, και οι Τούρκοι του Ρεθύμνου απήγαγαν και φυλάκισαν τον δάσκαλο Γεώργιο Βάου Σίφνιο που δίδασκε στο Ρέθυμνο με την ίδια νέα μέθοδο της αλληλοδιδασκαλίας. Ο Σίφνιος απελευθερώθηκε αφού οι Έλληνες πλήρωσαν πολλά λύτρα. Αντίθετα, δεν κατώρθωσαν να σώσουν τον Καλλίνικο ο οποίος απαγχονίστηκε μαζί με τον επίσκοπο Μελχισεδέκ. Και οι δύο ανωτέρω δάσκαλοι ήταν από τους πρώτους που εφάρμοσαν την αλληλοδιδακτική μέθοδο στην Ελλάδα και ήταν μυημένοι στα της Επανάστασης. [49]
Ο σκοταδισμός και η αμάθεια της οθωμανικής διοίκησης (που επισημαίνεται και από τον Παρανίκα όπως και άλλους συγγραφείς) συνεχίστηκε μέχρι τους ύστερους χρόνους της αυτοκρατορίας και οδήγησε σε ιστορικά ευτράπελα όπως η προσπάθεια λογοκρισίας του Ευαγγελίου. Ο Pears αναφέρει ότι επί Αβδούλ Χαμίτ λέξεις και εκφράσεις όπως "Μακεδονία", "ελθέτω η Βασιλεία Σου", "στρατιώτες του Χριστού" κ.ά. θεωρούνταν συνομωτικές και επικίνδυνες και περικόπτονταν από θρησκευτικά βιβλία, ενώ η "προς Γαλάτας επιστολή" κάποτε θεωρήθηκε ότι απευθυνόταν σε κάτοικο του Γαλατά της Κωνσταντινούπολης και ο Έλληνας κομιστής του εντύπου φυλακίστηκε [50].
Την εχθρότητα Τούρκων και άλλων ξένων προς τη Σχολή της Χίου η οποία κατάφερνε να λειτουργεί χάρη σε δωροδοκίες αναφέρει και ο Ι. Φιλήμων. Η Σχολή καταστράφηκε κατά την Επανάσταση ενώ ο καθηγητής Βάμβας διασώθηκε από τον Ρώσο πρόξενο.[51] Σε μια άλλη πηγή, το 1826, ο Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός απαντά στην υποθετική ερώτηση «Πώς κυβέρνησις, οποία η οθωμανική Πύλη, συνεχώρει την ανέγερσιν τόσων σχολείων και γυμνασίων εν Ελλάδι;» και αναφέρει ότι στα πρώτα χρόνια της κατάκτησης των Τούρκων αυτοί εμπόδιζαν τη θρησκεία και φιλολογία των χριστιανών, χωρίς όμως να τις κατατρέχουν και πάντα.[52] Επίσης αναφέρει ότι υπάρχοντα σχολεία αναγκάζονταν να λειτουργούν δήθεν ως σωφρονιστήρια και φυλακές, ενώ οι Φαναριώτες δωροδοκούσαν Τούρκους αξιωματούχους για να επιτύχουν τη λειτουργία τους. Επίσης αναφέρει ότι μετά την εποχή του Σελίμ Γ' (μέσα 18ου αι.) επιτρέπονταν όχι μόνο σχολεία αλλά και λύκεια.[53] Οι μαρτυρίες του Νερουλού χαρακτηρίζονται ως «αντιφατικές» με σκοπό να εξάρει τον ρόλο της Εκκλησίας και ιδίως των Φαναριωτών στην ιστορία του Γένους[15]. Επιπλέον τα τρία από τα τέσσερα «λύκεια» που σημειώνει ο Νερουλός είχαν ιδρυθεί αρκετά χρόνια πριν από τη βασιλεία του Σελίμ Γ'[15].
Φαίνεται ότι η Υψηλή Πύλη γνώριζε τα διάφορα εμπόδια που εμφανίζονταν στην επαρχεία για την ίδρυση σχολείων. Έτσι, κατόπιν πίεσης των δυτικών δυνάμεων μετά τους Κριμαϊκούς Πολέμους, το Οθωμανικό Δίκαιο κατάργησε τους περιορισμούς για επισκευή σχολείων των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων με φιρμάνι της 18 Φεβρουαρίου 1856. Με το ίδιο φιρμάνι (Islahat Fermani) ορίζεται ότι οι άδειες για τέτοιες επισκευές θα εκδίδονται δωρεάν από την κεντρική διοίκηση, γεγονός που απέκλεισε τις απαιτήσεις περιφερειακών αρχών για δωροδοκίες.[54] Η αλλαγή της νομοθεσίας επέτρεψε στους Έλληνες και άλλες εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες να ανοίξουν πολλά σχολεία[14] από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.
Την αρνητική στάση της Οθωμ. Αυτοκρατορίας προς τα Ελληνικά σχολεία μέχρι τον 18ο αιώνα αναφέρει και ο Γάλλος διπλωμάτης Κ. Ρεφενέλ (1797-1827) στην Ελληνική Ιστορία που εξέδοσε το 1825.[55]
Την καταπίεση της θρησκείας και της παιδείας συνοψίζει ο Αδ. Κοραής στο "Σάλπισμα Πολεμιστήριο" (1801) λέγοντας "Τους ιερούς ημών ναούς μετέβαλον εις τζαμία, και μην αρκούμενοι εις το να μας στερούσι τα αναγκαία μέσα του να συστήσωμεν σχολεία εις ανατροφήν και φωτισμόν των ημετέρων τέκνων, μας αρπάζουσιν από τους πατρικούς κόλπους και αυτά τα τέκνα..."[56] Την εχθρότητα των Τούρκων έναντι των σχολείων υπαινίσσεται και ο Γερμανός καθηγητής G. A. Noehden το 1820 αναφέροντας ότι το γνωστό σχολείο των Μηλεών Πηλίου κατόρθωνε να καλλιεργεί τα γράμματα γιατί "ήταν μακριά από το ζηλόφθονο μάτι του Τούρκου διοικητή και επιπλέον έχει διασφαλισθεί από τις επιβουλές του με ιδιαίτερα προνόμια και ασυλίες, που έχουν δοθεί στην πόλη από την κυβέρνηση ".[57]

Μου αρέσει!Δείτε περισσότερες αντιδράσεις
Σχολιάστε

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου