Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017







ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ:     7/01/2012

ΕΝΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟΥ ΚΑI ΟΔΥΝΗΣ

Φ. Κ. Βώρος

Αφιερώνεται σε όσους διώχτηκαν για την ιδεολογία τους

Προοίμιο
Ανεξάρτητα από τα πορίσματα της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης που είναι σχετικά πρόσφατα1, η Νεοελληνική Κοινωνία από πολύ νωρίς αναγνώρισε πολύ σημαντικό ρόλο στην Εκπαίδευση ως θεσμό που διακινεί ιδέες, διαμορφώνει συνειδήσεις, συμβάλλει στην κοινωνική κινητικότητα, παράγει ιδεολογία. Και η Πολιτεία ενδιαφέρθηκε νωρίς για τον ιδεολογικό έλεγχο της Εκπαίδευσης, με τρόπο χαρακτηριστικά «τιμητικό», αφού η σχετική νομοθεσία κάνει λόγο ειδικό για τους εκπαιδευτικούς και τους απειλεί με άμεση απόλυση2 σε περίπτωση μη συμμόρφωσης (1929).
Η γενική απειλή του νόμου παίρνει πιο συγκεκριμένη μορφή με τα λόγια του υπουργού Παιδείας Γ. Παπανδρέου δυο χρόνια αργότερα: ο υπουργός προεδρεύει σε μια συνεδρίαση του Ανώτατου Εκπαιδευτικού Συμβουλίου, εκθέτει την εκπαιδευτική ιδεολογία της Κυβέρνησης και καταλήγει: «Εκπαιδευτικοί οι οποίοι τυχόν δεν συμφωνούν δικαιούνται βεβαίως να διατηρoύν τας πεποιθήσεις των αλλά όχι και τας θέσεις των.3

Την ίδια χρονιά ο ίδιος υπουργός σε δηλώσεις του που δημοσιεύτηκαν στην εφημ. «Πατρίς» και αναδημοσιεύτηκαν στο «Διδασκαλικό Βήμα» (αριθ. φύλλου 337 /2.8.1931)4 διευκρίνιζε: «Ημείς προκειμένου περί διδασκάλων χωρούμεν πέραν και του «Ιδιωνύμου». Διότι το Ιδιώνυμον, προς τιμωρίαν, ζητεί προπαγάνδαν των κομμουνιστικών ιδεών, ενώ το Υπουργείον, δια την απόλυσιν των διδασκάλων, αρκείται εις την ύπαρξιν και οπωσδήποτε διαπίστωσιν του κομμουνιστικού φρονήματος».
Ο δρόμος είναι νομικά και ιδεολογικά έτοιμος για συστηματική δίωξη και βιασμό των συνειδήσεων των εκπαιδευτικών. Και είναι αξιοθαύμαστο το πλήθος των εκπαιδευτικών που αποδείχτηκαν πιο δυνατοί από τους μηχανισμούς ελέγχου και βίας και αντιμετώπισαν με αξιοπρέπεια τη «νομοθεσία των βαρβάρων»5.
Το μεγαλειώδες αυτό κεφάλαιο της Ιστορίας της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης (από το 1931 ως το 1974) μπορεί να διαιρεθεί στα παρακάτω υποκεφάλαια:
1. Φάση προπαρασκευαστική των διώξεων με βάση το «Ιδιώνυμο» (ως το 1936)6.
2. Η δίωξη γίνεται απροκάλυπτος θεσμός (1936-1941)7.
3. Η ώρα των ελπίδων των προοδευτικών εκπαιδευτικών στα πλαίσια της Εθνικής Αντίστασης και της ΠΕΕΑ (1941-1944)8.
4. Η μεγάλη τραγωδία των εκπαιδευτικών: διώξεις, εκτοπίσεις, φυλακίσεις, διαθεσιμότητες, απολύσεις, πολιτική προσφυγιά, 1945-19529 και αργότερα Ι0.
5. Οι δάσκαλοι στα σχολεία της πολιτικής προσφυγιάς (1948-1976)11.
6. Συνέχεια διώξεων ως το 1974.
Ετούτη την ώρα ο στόχος μας είναι να επιχειρήσουμε μια διερεύνηση -προκαταρκτική- του υποθέματος 412 και να περιοριστούμε σε ενδεικτική βιβλιογραφική ενημέρωση ως προς τα άλλα υποθέματα.

Η μεγάλη τραγωδία των εκπαιδευτικών

(από το 1945 και ύστερα)

Για την προσφορά των εκπαιδευτικών στην Εθνική Αντίσταση σημειώσαμε μόνο κάποια βιβλιογραφίαl3. Θα προσθέσουμε μία διευκρίνιση και μία κρίση: λόγω της παιδείας τους και της επικοινωνίας τους με τα λαϊκά στρώματα οι εκπαιδευτικοί αναδείχτηκαν σε στελέχη της καθοδήγησης μέσα στο εαμικό κυρίως κίνημα• λόγω της εκπαιδευτικής-παιδαγωγικής ευαισθησίας τους οι πιο πολλοί εκπαιδευτικοί που μπήκαν στην Αντίσταση ήταν αγνοί ιδεολόγοι, που οραματίζονταν ένα κόσμο καλύτερο και γι’ αυτόν πάλαιψανl4. Η μεγάλη τους διάψευση ήρθε μαζί με την «Απελευθέρωση» (φθινόπωρο του 1944), που ουσιαστικά ήταν απερίφραστη και κυνική Επέμβαση της αγγλικής πολιτικής για την κατάπνιξη του προοδευτικού κινήματος στην Ελλάδα. Αμέσως λοιπόν μετά τα «Δεκεμβριανά» και τη «Συμφωνία της Βάρκιζας» (Φλεβάρης 1945)15 αρχίζουν οι διώξεις ενάντια στο εαμικό κίνημα και ειδικά ενάντια στους εκπαιδευτικούς, ανελέητα.

Χρονικά όρια των διώξεων και κατηγορίες διωκομένων:
α. Μία κατηγορία διωκομένων ήταν εκείνοι που είχαν πάρει μέρος στην Αντίσταση και αμέσως μετά τη Βάρκιζα ένιωθαν τόση ανασφάλεια στα πλαίσια της λευκής τρoμoκρατίας, που ασκούσαν το κρατικά και παρακρατικά όργανα σε βάρος τους, ώστε γίνονταν «φυγόδικοι» και φυσικά δεν εμφανίστηκαν στα σχολεία τους. Πολλοί αναγκάστηκαν να βγουν στο β΄ Αντάρτικο (1946-1949).
Αιτιολογικό μερικών Απολύσεων
ΦΕΚ 329/17.12.1946
απολύονται:
Ο δημοδιδάσκαλος του δημοτικού σχολείου Κάτω Σουρμένων Κιλκίς Ιω. Φούρκας, διότι εγκατέλειψε την θέσιν του και επεκηρύχθη εις ληστήν.
Ο δημοδιδάσκαλος του δημοτικού σχολείου ’νω Κερδυλλίων Βισαλτίας Αθανάσιος Γκένιος, διότι εγκατέλειψε την θέσιν του από 1ης Σεπτεμβρίου 1941 και φυγοδικών ευρίσκεται εις τα όρη αρχηγός ενόπλου συμμορίας.
β. ’λλοι είχαν επιστρέψει στα σχολεία τους αλλά κατηγορούνταν ως αριστεροί και διώκονταν, φυλακίζονταν, απολύονταν από την εκπαιδευτική υπηρεσία, εξορίζονταν, με παντοίους τρόπους εμποδίζονταν να ενταχθούν στην ειρηνική και δημιουργική ζωή. (Θα δούμε παρακάτω επώνυμα παραδείγματα).

Περίπτωση Ελευθερίου Κολοβού, μαθηματικού

Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017


  26.Υπηρέτησα την πατρίδα  (μνήμες και σκηνές από τη θητεία μου στο στρατό)                           

Στ1) Ο τελευταίος σταθμός, η Πρέβεζα

Αμέσως μετά τη δικτατορία από τη Χούντα εκδόθηκε η εντολή όλοι οι χαρακτηρισμένοι εξαιτίας πολιτικών λόγων φαντάροι, πρέπει να αλλάξουν περιβάλλον. Η επίσημη εξήγηση ήταν να σπάσουν τα παράνομα δίκτυα των αριστερών, αλλά και υπογείως να αναβιώσει για μια ακόμα φορά η μόνιμη πολιτική των εκφοβισμών τους. Μετά τη Χούντα άλλαξε κατ’ εμέ η τακτική στο εσωτερικό του στρατεύματος. Μειώθηκαν οι εσωτερικές επιθέσεις γιατί ζητούσαν εσωτερική ενότητα, αφού και εξ αιτίας του φόβου οι προοδευτικοί φαντάροι είχαν εκ των πραγμάτων μαζευτεί και αρκετοί δεν άντεξαν φυσικά στις ατομικές πιέσεις και υπόγραψαν δηλώσεις αποκήρυξης. Αυτό επιδρούσε ψυχολογικά αρνητικά πάνω τους με αναπόφευκτη συνέπεια την αυτοαπομόνωσή τους.

 Η δική μου μετάθεση καθυστέρησε γιατί, όντας δογματικός και πείσμων εκείνη την εποχή, αρνούμουν την τζίφρα και όλο αυτό το διάστημα κρατούμουν στο πειθαρχείο του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Σε κάποιο από τα προηγούμενα κομμάτια περιγράφω πως έγινε η μετάθεση μου από την 154 ΜΜΠ της Αλεξανδρούπολης στην 133  ΜΜΠ της Πρέβεζας. Εκεί η ατμόσφαιρα ήταν διαφορετική κυρίως από τη συμπεριφορά του αντισυνταγματάρχη διοικητή της, που ήταν ένας καλόβολος αλλά στο έπακρο φοβισμένος Επτανήσιος. Όμως ο λοχαγός του Α2  ήταν επάξιος της θέσης του. Την επόμενη μέρα από την άφιξη μου με κάλεσε στο γραφείο κι έκανε το εξής κόλπο. Μόλις μπήκα μέσα σηκώθηκε από τη θέση του, μου πάσαρε ένα χαρτί και μου είπε αυστηρά.

«Διάβασέ το προσεκτικά και υπόγραψέ το!»

Αμέσως, πριν προλάβω να αντιδράσω, άνοιξε την πόρτα και μ’ άφησε μόνο. Τώρα ήμουν αρκετά έμπειρος κι η αγωνία ελεγχόμενη. Του έριξα μια ματιά και είδα ότι ήταν η πιο soft μορφή της δήλωσης… «Δεν θα ασχοληθώ στο μέλλον με πολιτικές δραστηριότητες…..». Την είχα υπόψη μου γιατί μου είχε ξανά προταθεί. Σ’ αυτά ήμουν απόλυτος γιατί ήξερα ότι με ένα βήμα υποχώρησης στη συνέχεια θα σε λιανίσουν. Έτσι περίμενα να επιστρέψει, πλην ματαίως. Κάποια στιγμή δεν άντεξα άλλο να περιμένω, από την αναμονή η φούσκα μου πήγαινε να σπάσει. Άνοιξα την πόρτα και τότε φάντης μπαστούνι να κι ο λοχαγός

«Ε! πού πας;»

«Θα κατουρηθώ πάνω μου κυρ λοχαγέ»

Μέχρι να τελειώσω εκείνος είχε ελέγξει τα χαρτί κι είδε το μάταιο της αναμονής

«Τσίλογλου, μυαλό δεν θα βάλεις έ;»

Σε κάτι τέτοια απάντηση δεν υπάρχει

Σύντομα προσαρμόστηκα στο νέο περιβάλλον, βρήκα ανθρώπους να λέω καμιά κουβέντα. Ένα καλό παιδί από τη Σούρπη, ο Θερμός από την περιοχή της Πρέβεζας, ο Βασίλης Γιαννόπουλος από τους Λαμπράκηδες και ο πιο ευρύτερα γνωστός,  ηθοποιός, ο αγαπητός Ηλίας Λογοθέτης. Μαζί του πέρασα πολλές ώρες με ευχάριστες συζητήσεις και το πολύπλευρο ταλέντο του ήταν για μένα μια παρηγοριά. Τραγούδια, ιστορίες, ανέκδοτα κι ότι μπορείς να φανταστείς. Κι εγώ εκείνη την εποχή είχα την ικανότητα να κερδίζω την προσοχή ενός καλοπροαίρετου ανθρώπου κι αυτή μου η ικανότητα με προφύλαξε από τον κίνδυνο της απομόνωσης, που επεδίωξαν να μου επιβάλλουν.



Βελημάχι     Ιστορικά Στοιχεία


Το Βελημάχι ( Velimakhi -1829-, Βελιμάχια -1863-, Βελιμάχι -1879-, Βελιμάχι -1912-, Βελημάχιον -1940- ) σύμφωνα με την τοπική παράδοση δημιουργήθηκε περί το 1800, όταν ο Τούρκος πασάς Βελής επιτέθηκε με 1800 άντρες στους Έλληνες της περιοχής. Αυτοί, 300 στο σύνολο (εδώ φαίνεται ο συμβολισμός της λαϊκής ιστορίας, που παραπέμπει στη μάχη των Θερμοπυλών), καθοδηγούνταν από τον Τσάκαλο, σπουδαίο οπλαρχηγό της περιοχής, με καταγωγή από τους Τσακάλωφ του Σουλίου, που δρούσε με εντολές του Κολοκοτρώνη.
Όταν έφτασε η ώρα της μάχης, όλα τα γυναικόπαιδα της περιοχής συγκεντρώθηκαν για λόγους προστασίας στην περιοχή που σήμερα είναι ο οικισμός του Βελημαχίου. Όμως, αυτό το καταφύγιο για την κρίσιμη ώρα της μάχης μετεξελίχθηκε από προσωρινό καταυλισμό σε μόνιμο οικισμό, που πήρε το όνομά του από τη μάχη εξαιτίας της οποίας δημιουργήθηκε ( Βελη-μαχι >η μάχη του Βελή ). Η μάχη οδήγησε στη συντριπτική νίκη των Ελλήνων, που βγήκαν όλοι αλώβητοι με μόνο 35 τραυματίες, ενώ οι 1800 νεκροί Τούρκοι θάφτηκαν στο απέναντι βουνό με μία πλάκα στο κεφάλι του καθενός.
Σύμφωνα με αυτήν την παράδοση το όνομα της Σούδελης προέκυψε από τον Δελή πασά, υπαρχηγό του Βελή, όταν εκεί ο Τσάκαλος του φώναξε «Σου(τ) Δελή!» αποτρέποντάς τον από το να συνεχίσει προς τον καταυλισμό των γυναικόπαιδων. Η πιο αληθοφανής, όμως, ερμηνεία είναι ότι προέρχεται από τουρκική ονομασία (σου = νερό) και σημαίνει τρελό νερό, σε συσχετισμό με τον ποταμό που διασχίζει τη λαγκαδιά.
Εκτός από αυτήν την παράδοση, οπού τα όρια ιστορίας και θρύλου είναι δυσδιάκριτα, ιστορικό τεκμήριο της συμμετοχής του χωριού στην αντίσταση κατά την Τουρκοκρατία αποτελεί ο Ι. Ναός Κοίμησης της Θεοτόκου στην κεντρική πλατεία του χωριού. Πρόκειται για λιθόκτιστη τρίκλιτη βασιλική με τρούλο, που διαθέτει στον εξωτερικό τοίχο του Ιερού της λιθανάγλυφο με σήμα της Φιλικής Εταιρίας και χρονολογική ένδειξη 1823.
Πριν τη γερμανική κατοχή, περί το 1940, το Βελημάχι είχε εξελιχθεί σε κεφαλοχώρι, ίσως και τη μεγαλύτερη κοινότητα της βόρειας Αρκαδίας, με 1200 κατοίκους και 150 παιδιά να φοιτούν στο περίφημο Σχολαρχείο, που ευρίσκεται κάτω από την κεντρική πλατεία, και τα άλλα δύο σχολεία του οικισμού, ένα στο Βελημάχι επί της κεντρικής πλατείας και ένα στην Αποσκιά. Επίσης είχε δύο εκκλησιαστικές ενορίες, Βελημαχίου και Σούδελης, αστυνομικό τμήμα και ειρηνοδικείο. Βέβαια, η έντονη μετανάστευση προς Αμερική στις αρχές του αιώνα στέρησε πολύτιμο εργατικό δυναμικό από το χωριό.
Τόσο η Κατοχή όσο και ο Εμφύλιος πόλεμος ήταν οδυνηροί για το χωριό. Ομαδικές εκτελέσεις στη Βάχλια κατά την Κατοχή και καταστροφές πολλών σπιτιών από φωτιά κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου στοίχισαν τις ζωές πολλών Βελημαχιτών και ανέκοψαν την ευημερία του χωριού…
Μετά το τέλος αυτής της δύσκολης περιόδου το Βελημάχι ανέκαμψε. Με το νέο δρόμο, που κατασκευάστηκε το 1958 από το στρατό τονώθηκε η εμπορική κίνηση της περιοχής, με αποτέλεσμα να ξαναγίνει το κεφαλοχώρι που ήταν. Την περίοδο της Δικτατορίας το χωριό γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη, καθώς φιλοξενούσε την έδρα της τοπικής αστυνομίας, οπότε οι κάτοικοί του απολάμβαναν κάποια προνόμια, λόγω σημαντικών έργων σε δρόμους και σχολικά κτίρια.
Από τη δεκαετία του ’60 και μετά το χωριό ακολούθησε την ίδια πορεία με αναρίθμητα άλλα χωριά της ορεινής Ελλάδας λόγω της εντατικής αστικοποίησης: τη σταδιακή μείωση του πληθυσμού του μέχρι και την σχετική ερήμωση. Συγκεκριμένα, το σχολείο στο Βελημάχι κλείνει το 1985, γεγονός που οδηγεί στη μετακίνηση οικογενειών στην Κοντοβάζαινα, που εξελισσόταν σε κέντρο της περιοχής με σχολείο και ιατρικό κέντρο. Επίσης, με πρόσφατη αλλαγή της νομοθεσίας καταργήθηκε και το αγροτικό ιατρείο του χωριού, κάτι που συντελεί στην όλο και δυσκολότερη καθημερινότητα των κατοίκων.















Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017




26.Υπηρέτησα την πατρίδα  (μνήμες και σκηνές από τη θητεία μου στο στρατό

Η   Μ π έ τ ι

Οι συζητήσεις για τις γυναίκες και το σεξ ήταν στο στρατό στην ημερήσια διάταξη. Αρσενικά όλοι, πάνω στα ντουζένια τους, απομονωμένοι στην ακριτική πόλη,  μακριά απ’ τα σπίτια τους, με περιορισμένες εξόδους, με σπάνιες έως καθόλου άδειες, με ανύπαρκτες υλικές δυνατότητες αφήνονταν στα όνειρα, τις αναμνήσεις και στις προσμονές του μέλλοντος.

Αυτό το κλίμα δημιουργούσε την τάση για πικάντικες ιστορίες, για σόκιν ανέκδοτα. Στις ελεύθερες ώρες άρχιζε ο καθένας να διηγείται πραγματικές ή φανταστικές ιστορίες, διανθισμένες με ανατομικές λεπτομέρειες, λάγνα λόγια κι ό,τι άλλο περνούσε από τη φαντασία του. Ο καθένας έκανε τον περπατημένο. Φιγούρα και ξερό ψωμί. Στην πόλη ή το χωριό του τον περιμένει μια όμορφη ύπαρξη με αδημονία, πίστη και ανοιχτή αγκαλιά.

Οι περισσότεροι δεν είχαν οικογενειακό έμβασμα και οι συντριπτικά λιγότεροι είχαν τακτική επιταγή από το σπίτι. Η Μάνα, συνηθισμένη από τα φοιτητικά χρόνια έστελνε σχεδόν τη μισή σύνταξη στον κανακάρη της. Ήμουν από τους ευνοημένους στον τομέα αυτό. Πολλά παιδιά την έβγαζαν με το μηνιαίο μισθό του φαντάρου. Τότε αυτός ανερχόταν στο «σεβαστό» ποσό των 52 δραχμών. Δηλαδή 10 πακέτα «Εκλεκτά Αγρινίου» το μήνα. Αυτά και το φαγητό στο καζάνι. Τρεις φορές τη βδομάδα πατάτες μπλουμ και τρεις φορές φασουλάδα σούπα, έστω κι αν έξω έσκαγε ο τζίτζικας. Όμως το φαγητό κατέβαινε σαν να ήταν μάννα εξ ουρανού. Ιδιαίτερα μετά από άσκηση ή πορεία, δεν ήταν σπάνιο να σχηματίζεται ουρά για μαρμίτα* στο τέλος.

Πολλά παιδιά από μακρινά κι απομονωμένα χωριά ήταν «λευκό χαρτί». Πρώτη φορά έβγαιναν από τα όρια του χωριού με τη στράτευση. Δεν είχαν αυτονόητες εμπειρίες όπως, για παράδειγμα, πώς είναι η θάλασσα. Κρατούσαν όμως την αγνότητα και τη μπέσα της ελληνικής υπαίθρου. Η τηλεόραση δεν είχε φέρει στο χωριό τον άκρατο κοσμοπολιτισμό, δεν είχε κουρσέψει ακόμη τα πάντα.

Τα βράδια τα κρεβάτια αναστέναζαν, η νυχτερινή βάρδια στη σκοπιά, οι υπαίθριοι καμπινέδες ήταν οι χώροι που έκρυβαν τους υπόκωφους αναστεναγμούς της άταιρης ικανοποίησης.

Ήμασταν αρκετά μακριά από τον πολιτισμό.

Στη μονάδα είχα διάφορες παρέες. Με διαφορετικούς τομείς ενδιαφερόντων. Δύο Καλαματιανοί, καλά παιδιά, μου είχαν ψήσει το ψάρι στα χείλη.

-   Πάμε ρε Λευτέρη! Είναι καινούργια και καλή!

Πληρωμένος έρωτας! Όλο το απέφευγα. Υπεκφυγές, δικαιολογίες αλλά κάποτε έφτασε ο κόμπος στο χτένι.

Φοβήθηκα μην αρχίσουν άλλοι συνειρμοί.

 « Λες ρε!... Μήπως είναι απ’ τους άλλους;»

Άντε να πείσεις μετά ότι δεν είσαι ελέφαντας.

Κάποια φορά συνέπεσαν οι έξοδοί μας και τραβήξαμε κάτω στη πόλη, ντουγρού για το λιμάνι. Εγώ ένιωθα ότι πάω για εγχείρηση.

Ανεβήκαμε τα σκαλιά του «σπιτιού». Στο σαλόνι ευτυχώς δεν ήταν άλλοι. Μπήκε μέσα ο πρώτος. Τον ξεπέταξε σ’ ένα δεκάλεπτο. Μπήκε ο δεύτερος, μια από τα ίδια.

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου.

   «Κουράγιο, Λευτέρη», είπα μέσα μου.

Μπήκα στη μισοσκότεινη κρεβατοκάμαρα. Ένα διπλό κρεβάτι, ένα μικρό κομοδίνο, δίπλα του μια μονή ντουλάπα, μια καρέκλα κοντά στην πόρτα και δύο κάδρα στον τοίχο. Δεν θυμάμαι τι ήταν.

Το κορίτσι βγήκε από τη διπλανή τουαλέτα και με βαριεστημένη φωνή είπε:

  « Έλα να τελειώνουμε!»

Μια αστραπή λες και φώτισε το δωμάτιο, ένας σεισμός τα αναποδογύρισε όλα. Η φωνή μ’ έκανε να προσέξω το πρόσωπο. Έμεινα άγαλμα! Το ίδιο και εκείνη η κακομοίρα. Μείναμε για λίγο ακίνητοι λες και μαρμάρωσε όλη η πλάση.

Απέναντι μου είχα μια από τις συντρόφισσες των παιδικών μου χρόνων. Ένα ατίθασο κορίτσι που ήθελε να είναι μέσα σ’ όλα.

Αυτή μίλησε πρώτη.

  «Τώρα με λένε Μπέτι!»

Δεν είχα τι να πω. Ν’ ανοίξει η γη και να με καταπιεί. Άρχισε η εξομολόγηση. Η ίδια τραγική ιστορία, τα συνήθη περιστατικά. Τι τράβηξε για να γλιτώσει την «προστασία» από τον άνθρωπο που την έβγαλε στο κλαρί. Και άλλα παρόμοια.

  « Θα ξεφύγω, Λευτέρη! Στο υπόσχομαι! Έχω μαζέψει κάποια λεφτά και παίρνω ένα νοίκι από τη Θεσσαλονίκη»

Τι να της πω; Ήταν ένα δικό μας παιδί, ένα παιδί της γειτονιάς μας.

  « Μακάρι!»

  « Έλα τώρα, αφού ήρθες. Δε θέλω λεφτά από σένα»

Εγώ ήμουν πτώμα. Αρνήθηκα. Δεν επέμεινε κι αυτή.

  « Έλα όποτε θέλεις. Κι αν χρειαστείς λεφτά μπορώ να σου δανείσω!»

Έφυγα με την ουρά στα σκέλια. Οι άλλοι δύο με περίμεναν έξω από το σπίτι.

   «Άντε, ρε γέρο! Τι έκανες μια ώρα μέσα;»

Τι να πω;

  « Ωραία ήταν!»

Ανέβηκα στην εκτίμησή τους.

Από τότε έχουν περάσει πενήντα χρόνια. Αυτό το κορίτσι ζει ή πέθανε; Δεν ξέρω. Δεν συναντηθήκαμε ξανά, ούτε άκουσα κανένα νέο της.

Τώρα, στη δύση της ζωής, καταγράφω απλώς το περιστατικό.

Εύχομαι να ζει και να πραγμάτωσε τα σχέδιά της. Εγώ θέλω να τη θυμάμαι σαν εκείνο το ανυπότακτο αγοροκόριτσο των παιδικών παιχνιδιών μας...



*περίσσευμα



Η Μέση Τεχνική Εκπαίδευση στο Ε.Μ.Π. Από τα Προσηρτημένα Σχολεία στις Σχολές Υπομηχανικών, 1914-1950 Γιάννης Αντωνίου, Δρ. Ε.Μ.Π / Ε.Κ.Π.Α Ρούλα Καρέλλη, Msc. E.M.Π. / Ε.Κ.Π.Α

Διαβάζοντας το πρόγραμμα της διημερίδας αισθάνθηκα ότι μπορεί να είμαι λίγο εκτός θέματος, από την άποψη ότι δεν προτίθεμαι να σας μιλήσω άμεσα για το παρόν και τις προοπτικές της τεχνικής εκπαίδευσης. Αντικείμενο της ανακοίνωσης μου είναι το παρελθόν και συγκεκριμένα μία σχετικά άγνωστη πτυχή του, η εκπαίδευση των εργοδηγών και των Υπομηχανικών στο ΕΜΠ από το 1914 έως και τη δεκαετία του 50. Εκτιμώ ωστόσο ότι σκιαγράφηση της τροχιάς του εγχειρήματος από τα Προσηρτημένα τεχνικά σχολεία του ΕΜΠ μέχρι τις Σχολές των Υπομηχανικών, τους προγόνους των ΚΑΤΕΕ και ΤΕΙ προσφέρει αρκετό υλικό για στοχασμό και συμπεράσματα για το παρόν της τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Η αποστολή και το προφίλ των Προσηρτημένων Ο νόμος 388 του 1914, ο οποίος προέβλεπε την ίδρυση των Ανωτάτων Σχολών στο ΕΜΠ συμπεριλάμβανε και την ίδρυση τεχνικών σχολείων μέσης βαθμίδας, των λεγομένων Προσηρτημένων Σχολείων. Στις αρχικές ρυθμίσεις προβλεπόταν η ίδρυση 5 σχολείων. Συγκεκριμένα, το Σχολείο  Εργοδηγών και  το Σχολείο  Γεωμετρών, τα οποία υπάγονταν στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών, το Σχολείο  Εργοδηγών  Μηχανουργών  και  το Σχολείο  Χημικής και  Μεταλλευτικής  Βιομηχανίας στη Σχολή των  Μηχανολόγων, και λίγο αργότερα το Σχολείο  Τηλεγραφητών, στη Σχολή  Ηλεκτρολόγων  και Τηλεγραφομηχανικών. Η  διάρκεια  σπουδών  οριζόταν διετής. Το διάστημα 1916-17 θα λειτουργήσουν τα δύο πρώτα και το Σχολείο Τηλεγραφητών. Το 1917 ψηφίστηκε ο νόμος 980, ο οποίος αναθεώρησε τον αρχικό οργανισμό των ανωτάτων σχολών του ΕΜΠ. Στο πνεύμα των προβλεπομένων από το νόμο διατάξεων ιδρύθηκαν κατ’ αρχάς δύο σχολεία: 1. Το Σχολείο Εργοδηγών Γεωμετρών, Προσηρτημένο στη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών 2. Το Σχολείο Εργοδηγών – Μηχανουργών, Προσηρτημένο στη Σχολή Μηχανολόγων –Ηλεκτρολόγων Το 1919 σ’ αυτά θα προστεθούν άλλα τρία.

3. Το Σχολείο Εργοδηγών Χημικής και Μεταλλευτικής Βιομηχανίας, Προσηρτημένο στη Σχολή Χημικών Μηχανικών, το οποίο δεν λειτούργησε ποτέ. 4. Το Ειδικό Σχολείο Γεωμετρών, Προσηρτημένο στη Σχολή Τοπογράφων, το οποίο επίσης δεν λειτούργησε ποτέ. 5. Το Ειδικό Σχολείο Σχεδιαστών, Προσηρτημένο τη Σχολή Τοπογράφων. Η ίδρυση των προσηρτημένων, όπως άλλωστε και η ίδρυση των Ανωτάτων Σχολών στο ΕΜΠ ως κινήσεις εγγράφονται στο πλαίσιο της γενικότερης συγκυρίας που ονομάστηκε Βενιζελικός εκσυγχρονισμός. Μηχανικοί όπως ο Γκίνης, ο Κιτσίκης, ο Λαμπαδάριος, ο Διαμαντίδης κλπ παίζοντας ενεργό ρόλο σ’ αυτή τη συγκυρία μετέφραζαν ουσιαστικά την επίσημη εθνικιστική ιδεολογία σε όρους τεχνικότητας, ορθολογισμού και ανάπτυξης. Ο Α. Γκίνης, Διευθυντής του Πολυτεχνείου από το 1910 μέχρι το 1928 ήταν ουσιαστικά ο εμπνευστής του εγχειρήματος. Ο Γκίνης μαζί με την ίδρυση των ανωτάτων σχολών στο Ε.Μ.Π πρότεινε και τη θεσμοθέτηση συντεταγμένης Μέσης και κατώτερης τεχνικής εκπαίδευσης. Η κριτική που ασκούσε στο υπάρχον σύστημα σημείωνε την ανυπαρξία συγκροτημένης δομής, την εκπαιδευτική ανεπάρκεια και τη θεσμική ασάφεια. Πρότεινε τη διαμόρφωση μιας πυραμίδας τεχνικών εκπαιδευτικών θεσμών και τη διοικητική υπαγωγή τους. σε μια ενιαία κρατική αρχή με ενεργό συμμετοχή του Πολυτεχνείου σ’ αυτήν. Η ιδέα ήταν απλή και οι βασικές αρχές της βρίσκονταν ήδη σε κείμενα του 19ου αιώνα, ενώ δεν έπαψε να επαναδιατυπώνεται με ποικίλους τρόπους και να ενισχύεται με ποικίλα επιχειρήματα σ’ όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου και μεταγενέστερα. Η διαμόρφωση μίας συντεταγμένης ιεραρχίας στα τεχνικά επαγγέλματα, η θέση και οι αρμοδιότητες στο παραγωγικό πεδίο, τα επαγγελματικά δικαιώματα και οι απολαβές έπρεπε να αντανακλούν τις αντίστοιχες βαθμίδες ιεράρχησης της τεχνικής εκπαίδευσης και να είναι κατοχυρωμένα από το κράτος. Στο πλαίσιο αυτής της ρύθμισης το Πολυτεχνείο και οι διπλωματούχοι μηχανικοί τοποθετούντο στην κορυφή της πυραμίδας ως οι μόνοι δικαιούμενοι να φέρουν τον τίτλο του μηχανικού. Στην ενδιάμεση βαθμίδα τοποθετούντο οι απόφοιτοι των Προσηρτημένων Σχολείων ή των Σχολών Εργοδηγών του Ε.Μ.Π,  οι οποίοι μέχρι το 1941 έφεραν τον επαγγελματικό τίτλο του

εργοδηγού, ενώ μετά την μετονομασία των σχολείων σε Σχολές Υπομηχανικών

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017




     25.Υπηρέτησα την πατρίδα  (μνήμες και σκηνές από τη θητεία μου στο στρατό)                                                            



                           Απόσπασμα      19 Νοεμβρίου

Σε μερικά πράγματα ο άνθρωπος είναι προληπτικός. Ο φόβος του θανάτου, άγνωστα στοιχεία κρυμμένα σε απρόσιτες γωνιές του μυαλού, τον διαφεντεύουν και κάποιες φορές νικάνε την απλή λογική, την άλλη τάση του για την αποδεικτική μέθοδο.

Το έχουμε ακούσει, το έχουμε διαβάσει, το βλέπουμε συνεχώς στη ζωή. Η μαύρη γάτα, ο αριθμός 13, το κακό συναπάντημα! Ένα παλαιό τραγούδι ακούμε τη μεγάλη Βέμπο να λέει:

Ο μήνας έχει δεκατρείς

καταραμένη μέρα

δε θέλω ν’ ανταμώσω άνθρωπο

ούτε για καλημέρα.

  Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και σ’ εμένα. Έναν άνθρωπο με θετικές σπουδές, «ψυχρό αναλυτή» των φαινόμενων της φύσης και της κοινωνίας, στον οποίο όμως, πίσω από αυτήν την εξωτερική κρούστα, κρύβεται ένα άτομο ευάλωτο σε κάθε είδους επιρροές. Ελπίζω το ίδιο να συμβαίνει στους περισσότερους. Το λέω για να πάρω κουράγιο. Εγώ είμαι κολλημένος με μια ημερομηνία μαύρη και άραχνη      19 Νοεμβρίου

Κάθε φορά που έρχεται νιώθω μέσα μου ένα σφίξιμο. Με κυριαρχεί ένα καρδιοχτύπι, ένας υπόκωφος φόβος: Από κάπου θα μου έρθει μια κεραμίδα, κάτι κακό θα συμβεί. Προσέχω τις λακκούβες, τα αυτοκίνητα, το κάθε τι  γύρω μου. Όταν εκείνη τη μέρα χτυπάει το τηλέφωνο αυθόρμητα λέω μέσα μου:

 «Νάτο! Αυτό είναι!»

Δύο απανωτά τραγικά συμβάντα στη ζωή μου έγιναν στις 19 Νοεμβρίου και μέσα μου αυτή η ημερομηνία συνδέθηκε, χωρίς καθόλου να το επιδιώξω, με το κακό. Ξέρω ότι όλα αυτά  είναι βλακείες, είναι απλοϊκές προλήψεις, αλλά έλα εσύ ,φίλε μου, να πείσεις τον άλλο Λευτέρη, που πίσω από χίλια αδιαφανή πέπλα, κρύβεται μέσα μου.

Στις 19 Νοεμβρίου του 1967 πέθανε ο Πατέρας! Στη μονάδα της Πρέβεζας, όπου υπηρετούσα εκείνη την εποχή τη στρατιωτική μου θητεία, ήρθε το τηλεγράφημα. Ο αντισυνταγματάρχης διοικητής, ένας ανασφαλής και πνιγμένος στις ευθύνες του Επτανήσιος, μου το κοινοποίησε ευγενικά στο γραφείο του:

    « Θα σου δώσω τρεις μέρες άδεια να πας στην κηδεία»

 Εγώ, με το θυμό που είχα μαζέψει από όλη την προηγούμενη πίεση στο στρατό του, το είπα ρητά και κατηγορηματικά:

«Είμαι είκοσι δύο μήνες φαντάρος. Θέλω την κανονική μου άδεια! Πότε θα την πάρω; Όταν απολυθώ; Τη δικαιούμαι!»

Εκείνη την εποχή βέβαια το «δικαιούμαι» ήταν ασαφές και ακαθόριστο.

« Δεν μπορώ Τσίλογλου! Έχω ευθύνες!»

«Εγώ πάντως στο λέω, δε γυρίζω πίσω, να το ξέρεις!»

Απ’ ό,τι κατάλαβα πήρε τηλέφωνο στη Μεραρχία στα Γιάννενα να πάρει έγκριση κι ενώ ετοίμαζα τα πράγματά μου να φύγω, ήρθε γεμάτος χαρά και μου το ανακοίνωσε:

«Λευτέρη εγκρίθηκε. Θα πάρεις την κανονική σου!»

Αυτό το ερμήνευσα σαν την τελευταία –έμμεση–  προσφορά του βασανισμένου Πατέρα στο γιό του λίγο πριν τον σκεπάσει για πάντα το χώμα.

    Έστειλα τηλεγράφημα στο Βόλο να με περιμένουν. Με το λεωφορείο της γραμμής φτάνω στα Γιάννενα αλλά δυστυχώς το δρομολόγιο για τα Τρίκαλα και Λάρισα είχε φύγει και το επόμενο ήταν την άλλη μέρα. Τότε πήρα μια πρωτοβουλία ασυνήθιστη για το συγκρατημένο και ντροπαλό μου χαρακτήρα. Έπεισα έναν ντόπιο ταξιτζή, χωρίς να έχω στην τσέπη μου τα αντίστοιχα κόμιστρα να με πάει στο Βόλο. Του εξήγησα ότι έχω να θάψω τον Πατέρα μου. Τελικά δέχτηκε ο άνθρωπος και μέσα μου είπα πως τα λεφτά θα τα έβρισκα εκεί. Μετά από ένα δύσκολο ταξίδι μέσα από την αφιλόξενη διάβαση της Κατάρας, φτάσαμε τελικά στο Βόλο. Ο μεγάλος μου αδερφός τακτοποίησε με το παραπάνω την υποχρέωση στον ταξιτζή.

      Εκεί όλα ήταν έτοιμα. Σε λίγο κάναμε το πρέπον. Θυμάμαι μια σκηνή στο νεκροταφείο όταν ένας ηλικιωμένος άνθρωπος με πλησίασε και μου είπε:

-Λευτέρη, στην αρχή ήμασταν 45 Αξαρλήδες στη Νέα Ιωνία. Τώρα μείναμε έξι.

Εκείνη τη στιγμή το μυαλό μου δεν λειτουργούσε. Αργότερα κατάλαβα την πίκρα και τον πόνο των λόγων του. Αναφερόταν στους συμπατριώτες του από το Αξάρ της Μ. Ασίας. Σήμερα δεν υπάρχει κανένας.

Τώρα είχα μπροστά μου έναν ολόκληρο μήνα ελεύθερο. Αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά για μένα στην ιδιαίτερή μου πατρίδα, όπου ήμουν δακτυλοδεικτούμενος.

Μια σειρά γνωστοί έλειπαν ενώ άλλοι, σοφά ποιούντες, με απέφευγαν. Έπαιρνα λοιπόν το λεωφορείο Νέα Ιωνία– Άναυρος και κατέβαινα στο τέρμα. Εκεί, δίπλα στη θάλασσα, έκανα μοναχικούς περιπάτους Γορίτσα– Μουσείο. Συχνά αντιλαμβανόμουν μια σκιά πίσω μου. Είχα ανοιχτούς λογαριασμούς με το αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς μου. Δεν είδα άνθρωπο. Διάβασα ή ξαναδιάβασα κάποια βιβλία που βρέθηκαν στο σπίτι και μια φορά με τον αδερφό μου τον Γιάννη  είδα μια ταινία στον κινηματογράφο. Αυτές ήταν όλες οι «κοινωνικές μου συναναστροφές».

Λίγο πριν από τα Χριστούγεννα, με συμπληρωμένους 23 μήνες θητείας γύρισα πίσω στην Πρέβεζα Ενδιάμεσα είχε γίνει και το «κίνημα» του βασιλιά. Πίσω μου, με την κανονική διαδικασία ακολούθησε η «έκθεση» του διοικητή του αστυνομικού τμήματος- Παϊζάνος το όνομά του, αδελφός του Θωμά- που τόσο μ’ αγαπούσε. Σε λίγες μέρες στην αναφορά έπεσε για μια ακόμα φορά μια

 «εικοσαήμερος αυστηρά φυλάκισις».

 «Γιατί, κύριε Διοικητά!»

  «Υποχρεώνομαι από την έκθεση, που ήρθε»

Στη διάρκεια της αδείας του ήρθε σε επαφή με επικίνδυνους κομμουνιστές!

Χοντρό ψέμα! Γιατί και να ήθελα πού θα τους έβρισκα αφού τους είχαν μαζέψει;

Ευτυχώς, σ’ αυτήν τη μονάδα δεν υπήρχε, όπως στην Αλεξανδρούπολη, πειθαρχείο. Όμως την υπηρέτησα κι αυτήν μέχρι τελευταίας σταλαγματιάς. Από την Πρέβεζα πήρα απολυτήριο.

Το δεύτερο τραγικό συμβάν είναι η σύλληψή μου από την Ασφάλεια και οι 52 τραγικές μέρες στα μπουντρούμια της Μπουμπουλίνας. Δεν επεκτείνομαι γιατί το συμβάν δεν αφορά τη στρατιωτική μου θητεία και το περιγράφω αλλαχού





Από


 -

 12 Μαρτίου 2016 

Ο Γ.Γραμματέας της Ενωσης Σμυρναίων Νίκος Βικέτος με αφορμή την ομιλία του στην Εστία Νέας Σμύρνης, έθεσε το ζήτημα της αποκατάστασης  από το σημερινό Δήμο Νέας Σμύρνης του ονόματος του Εθνομάρτυρα Νικόλαου Τσουρουκτσόγλου (1861-1922) σε οδό της πόλης.

Διαπρεπείς επιστήμονες, άνθρωποι των γραμμάτων έδωσαν πολλά για τον τόπο και συνεχίζουν να δίνουν.  Από την εποχή της επταετίας της χούντας των συνταγματαρχών καθαιρέθηκε το όνομα του Νικολάου Τσουρουκτσόγλου από οδό της πόλης, ο οποίος μαρτύρισε μαζί με τον Χρυσόστομο Σμύρνης και στη θέση του δόθηκε το όνομα του αρχαίου γλύπτη από την Πάρο,  Σκόπα. Ελπίζω ότι με την συμπαράσταση όλων των Νεοσμυρναίων και τη βοήθεια όλων θα μπορέσει κάποια στιγμή η δημοτική αρχή να καταλάβει το λάθος το οποίο έχει κάνει σε βάρος της ιστορίας και να επαναφέρει το όνομα του Νικολάου Τσουρουκτσόγλου στην αρχική του θέση. Αυτό άλλωστε έχει ζητήσει και η Ενωση Σμυρναίων με επιστολή της προς το σημερινό Δημοτικό Συμβούλιο της Νέας Σμύρνης και με δημοσιέυμα της στην εφημερίδα Μικρασιατική Ηχώ, επισήμανε ο κ. Βικέτος.

Ποιός ήταν ο Ν. Τσουρουκτσόγλου

Ο αείμνηστος Ν. Τσουρουκτσόγλου μόνο τυχαία προσωπικότητα δεν ήταν. Γεννημένος στη Σμύρνη το 1861, με καταγωγή από έγκριτη οικογένεια της Καισάρειας, ο Ν. Τσουρουκτσόγλου αποφοίτησε από την περιώνυμη Ευαγγελική Σχολή της γενέτειράς του, σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και αναγορεύτηκε διδάκτορας της Νομικής. Ιδιοκτήτης της γαλλόφωνης εφημερίδας La Réforme (1900) και συνιδιοκτήτης της ελληνόφωνης εφημερίδας Ημερησία (1901), αγωνίστηκε μέσα από τα δύο αυτά έντυπα για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των συμπατριωτών του. Διετέλεσε κατ’ επανάληψη μέλος της δημογεροντίας Σμύρνης και μέλος του ανωτάτου συμβουλίου του Βιλαετίου Αϊδινίου. Όταν τον Αύγουστο του 1922 ο τουρκικός στρατός μπήκε στη Σμύρνη, ο Ν. Τσουρουκτσόγλου συνελήφθη μαζί με τον Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο Καλαφάτη και τον επίσης δημογέροντα Γεωργάκη Κλημάνογλου και βρήκε, όπως και εκείνοι, μαρτυρικό θάνατο από τον τουρκικό όχλο. Κάποιοι, βέβαια, θα περίμεναν πως μετά την πτώση της δικτατορίας και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, η αιρετή διοίκηση του Δήμου Ν. Σμύρνης θα έσπευδε να επαναφέρει το όνομα του μαρτυρικού δημογέροντα στην αρχική του θέση, κάτι που δεν πραγματοποιήθηκε μέχρι σήμερα. (Πηγή Μ.Ηχώ)

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017


     24.Υπηρέτησα την πατρίδα  (μνήμες και σκηνές από τη θητεία μου στο στρατό)                                                              



                                                 Η σκοπιά

     Ήμουν σκοπός στην αριστερή πλευρά του στρατοπέδου. Στην κεντρική πύλη βέβαια  ήταν τοποθετημένοι –απαραιτήτως- άτομα αυξημένης εμπιστοσύνης με «καθαρό» φάκελο και προσεγμένες στολές: Οι αλφαμίτες. Υπηρετούσα εδώ κι αρκετούς μήνες τη στρατιωτική του θητεία σ’ αυτήν την ακριτική πόλη. Το στρατόπεδο τώρα ήταν σχεδόν άδειο Οι περισσότεροι φαντάροι με δίωρη άδεια είχαν έξοδο στην πόλη. Κάποιοι με την κανονική άδεια ήταν στα σπίτια τους. Κυριακή απόγευμα. Οι αξιωματικοί στις οικογένειές τους, εκτός από αυτόν που του έλαχε η μοίρα να είναι σε  υπηρεσία. Από τους απλούς φαντάρους, λίγοι κλεισμένοι μέσα για τις απαιτούμενες βάρδιες στις σκοπιές γύρω από το στρατόπεδο και λίγοι που βρέθηκαν αυτή τη μέρα ελεύθεροι υπηρεσίας και τελικά κοπροσκυλιάζανε αριστερά και δεξιά μέσα στον έρημο χώρο του στρατοπέδου.

  Έπρεπε να είμαι σε συναγερμό. Προσεκτικός και αυστηρός σε όποιον πλησιάζει, να τον σταματήσω έγκαιρα και να κάνω όλη την προβλεπόμενη τελετουργία. Δεν ήταν πολύ να μου την έχουν στημένη!  Όχι βέβαια! Όρθιος με το όπλο παραπόδα έπρεπε να κοιτάζω συνεχώς γύρω μου και να αφουγκράζομαι κάθε ασυνήθιστο ήχο. Ηλίθια πολιτική φόβου απέναντι σε ανύπαρκτους εχθρούς, αλλά ο στρατός έχει πάντα τη δική του λογική. Μη ζητάς λογικές εξηγήσεις για μια σειρά συμπεριφορές. Είναι μάταιος κόπος.

    Μπροστά ήταν ο δρόμος. Περαντζάδα για τους πολίτες,  αλλά σε κάποια απόσταση. Όλοι σχεδόν οι περαστικοί γυρνούσαν το κεφάλι τους προς τα μένα. Καμιά άλλη αντίδραση. Άγνωστες οι σκέψεις που περνούσαν από το μυαλό τους.  Ίσως αδιάφορες. Πιθανόν αρνητικές. Δεν ήταν δα οι στρατιωτικοί αυτήν την εποχή και οι αγαπημένοι του λαού.  Η κυρίαρχη σκέψη στο μυαλό του ήταν: Πότε θα περάσουν οι 4 ώρες που ήταν η βάρδια μου στη σκοπιά, να πάω να τεντώσω το κορμί μου στο

άβολο κρεβάτι. Η επόμενη μέρα προβλεπόταν κι αυτή κουραστική. Είχε ήδη περάσει η  ώρα και σε λίγο θα άρχιζαν να επιστρέφουν οι εξοδούχοι.

    Τότε ήταν που την αντιλήφθηκε. Για πρώτη φορά. Είχε σταματήσει ακριβώς απέναντί του και με κοίταζε. Με κοίταζε συνέχεια, χωρίς σταματημό. Ένιωσα την αυτονόητη ταραχή και  αμηχανία, που συνεπάγεται κάτι τέτοιο, αλλά δεν μου επιτρεπόταν να της μιλήσω. Το παράξενο ήταν ότι ούτε κι αυτή έπαιρνε κάποια πρωτοβουλία. Εκεί, σχεδόν ακίνητη, σε απόσταση περίπου τριάντα μέτρων, να μην ξεχνά καθόλου την προσήλωσή της σ’ αυτόν.

  Ήταν νέα. Πλησίαζε ίσως τα είκοσι. Φόραγε μια φούστα στενή και μια μπλούζα στο σιέλ. Τα μαλλιά της καστανά και μακριά. Ίσως και τα μάτια της, αλλά δεν υπήρχε αρκετό φως, για μια ξεκάθαρη εικόνα. Η γενική εντύπωση ήταν: Ένα συμπαθητικό νέο κορίτσι Το βλέμμα της είχε κάτι το παρακλητικό κι ήταν ολόκληρη  προσηλωμένη σ’ εμένα. Προσπάθησα να την αγνοήσω, μα εκείνη είχε το ανυποχώρητο πείσμα, που δίνει η απόγνωση.

  Κάποια στιγμή μου μίλησε. Την άκουσα να λέει

  « Ε ! Φαντάρε! Ε! Φαντάρε μ’ ακούς; Σε σένα μιλάω. Πότε απολύεσαι;»

  Δε μπορούσα να κάνω τον αδιάφορο. Μήπως ήταν γνωστή μου; Όχι!  δεν μου θύμιζε τίποτα. Άλλωστε εδώ στου διαόλου τη μάνα, που υπηρετούσα τη θητεία του, δεν ήξερα κανέναν; Μόνο έναν ντόπιο φαντάρο, καλό φίλο, και κάτι άλλες ουδέτερες και τυπικές γνωριμίες στις λίγες ώρες που είχα κυκλοφορήσει στην πόλη.

     Αυτή όμως επέμενε και μάλιστα φορτικά

   « Πότε φεύγεις, πότε; Πότε παίρνεις το απολυτήριο;»

  Δε γινόταν να παριστάνει τον μουγκό, έπρεπε να απαντήσει

   «Μη με ενοχλείς, δεν επιτρέπεται να μιλάμε σε πολίτες. Από στιγμή σε στιγμή θα περάσει η περίπολος. Μη σε δει εδώ κοντά μου. Θα βρω τον μπελά μου, κοπέλα!»

   « Πες μου όμως, πότε φεύγεις;»

Δε γινόταν έπρεπε κάτι να της πω κάτι Αλλιώς δεν θα ξέπλεκα μαζί της.

  «Σε μερικούς μήνες»

 «Σε παρακαλώ, σε ικετεύω, πάρε με μαζί σου! Πάρε με μαζί σου, δε θα σου γίνω βάρος, βοήθα με να ξεφύγω από δω, δεν αντέχω άλλο!»

 «Τι λες κορίτσι μου, είσαι με τα καλά σου!»

 «Πάρε με μαζί σου, δεν αντέχω άλλο! Θα πέσω στη θάλασσα και θα πνιγώ. Στο λέω να το ξέρεις!»

 «Φύγε κορίτσι μου δε γίνονται αυτά!  Έρχεται η περίπολος!»

    Έτσι με όλη την αγωνία του, με τα παρακαλετά γλύτωσα από το στρίμωγμα της. Με έναν μαγικό τρόπο αίφνης εξαφανίστηκε. Σε λίγο πέρασε η περίπολος και έγινε όλη η προβλεπόμενη διαδικασία. Σε λίγη ώρα, άρχισαν να επιστρέφουν οι φαντάροι από την έξοδό τους και το «επεισόδιο» δεν έγινε γνωστό σε κανέναν. Ξεχάστηκε. Ακόμα κι από μένα.

Μια μέρα ο ντόπιος φίλος του, σε μια απρόσμενη στιγμή, του είπε:

  «Τα έμαθες; Χθες το βράδυ η θάλασσα ξέβρασε ένα πτώμα. Ήταν ένα κορίτσι που καθόταν κοντά στο σπίτι μου. Όλοι λένε πως πνίγηκε ενώ κολυμπούσε. Άλλοι, ότι αυτοκτόνησε»

  Δε τόλμησα να  ρωτήσω τίποτα. Πως ήταν το κορίτσι, τι χαρακτηριστικά είχε. Δεν είπα κουβέντα. Όλα τα παράχωσα σε μια σκοτεινή γωνιά του μυαλού μου. Μετά ήρθε η περιπέτεια της Χούντας και η μετάθεσή μου στην Πρέβεζα . Η απορία με ταλανίζει ακόμα και σήμερα.

        Δεκέμβριος 2007







Έρβιν Σρέντιγκερ – Ποιός ήταν ο Erwin Schrödinger



Έρβιν Σρέντιγκερ – Erwin Schrodinger

Η google τιμά σήμερα τον Έρβιν Σρέντιγκερ διάσημο Αυστριακό Φυσικό



Ο Έρβιν Σρέντινγκερ, ο οποίος γεννήθηκε στις 12 Αυγούστου του 1887 στη Βιέννη, ήταν ένας από τους πιο καταξιωμένους επιστήμονες στον τομέα της Θεωρητικής Φυσικής, ισάξιος των Aϊνστάιν, Planck, Heisenberg, ως προς τη δημιουργία της σύγχρονης εικόνας της φύσης.

Στη διάρκεια της πανεπιστημιακής καριέρας του ασχολήθηκε με τη Στατιστική φυσική, τη Θερμοδυναμική, την Ηλεκτροδυναμική, την Κοσμολογία, τη Βιολογία, τη Φιλοσοφία, αλλά κυρίως με την Κβαντική φυσική.



Το σημαντικότερο επίτευγμα του Έρβιν Σρέντιγκερ ήταν η ανακάλυψη της περίφημης κυματικής εξίσωσης, η οποία άλλωστε φέρει και το όνομά του.

http://3.bp.blogspot.com/-j3_D0aScyCM/UggG4PJpx8I/AAAAAAAAySU/KP3BrAs3tyY/s560/Erwin_Schrodinger-9.png

H εξίσωση Σρέντιγκερ προτάθηκε από τον αυστριακό φυσικό Έρβιν Σρέντιγκερ το 1925, για να περιγράψει τη χρονική και χωρική εξάρτηση κβαντομηχανικών συστημάτων. Παίζει κεντρικό ρόλο στην κβαντομηχανική θεωρία, με σημασία ανάλογη του δεύτερου νόμου του Νεύτωνα στην κλασσική μηχανική.

Ο Σρέντινγκερ είχε πολλά και ποικίλα ενδιαφέροντα, ήδη από την εποχή της φοίτησής του στο Γυμνάσιο. Του άρεσαν οι επιστημονικές αρχές, αλλά εκτιμούσε την αυστηρή λογική της γραμματικής της παλαιάς γερμανικής γλώσσας και ποίησης.

Διατύπωσε πολλές σημαντικές φιλοσοφικές απόψεις για την επιστήμη και τον ανθρωπισμό.

Εργάστηκε ως Καθηγητής στη Ζυρίχη, όπου εγκαταστάθηκε για έξι χρόνια. Η περίοδος αυτή ήταν ίσως η πιο γόνιμη γι’ αυτόν, καθώς ασχολήθηκε με πολλά θέματα Θεωρητικής Φυσικής, κυρίως με θέματα θερμότητας και θερμοδυναμικής

Το πείραμα του Έρβιν Σρέντιγκερ



Φανταστείτε ένα δοχείο χωρίς ανοίγματα μέσα στο οποίο βρίσκεται μια γάτα. Υπάρχει ένας εξωτερικός μηχανισμός που παράγει ένα φωτόνιο, το οποίο προσκρούει σ΄ ένα ημιδιαφανές κάτοπτρο.

Εκεί, έχει 50% πιθανότητα να διαπεράσει το κάτοπτρο και άλλη τόση να ανακλασθεί. Αν το διαπεράσει, ενεργοποιεί έναν άλλο μηχανισμό στο εσωτερικό του δοχείου που απελευθερώνει ένα δηλητήριο που σκοτώνει τη γάτα.

Επειδή λοιπόν δεν ξέρουμε πώς το φωτόνιο θα συμπεριφερθεί ή καλύτερα επειδή ξέρουμε πως υπάρχει ταυτόχρονα σε δυο επάλληλες και κβαντικές καταστάσεις, δεν ξέρουμε και τη μοίρα της γάτας.

Μέχρι όμως ν΄ανοίξουμε το κουτί για να δούμε τι κάνει η γάτα, σύμφωνα με την κβαντική θεωρια και τους κανόνες της, έχουμε τη λεγόμενη «υπέρθεση δύο καταστάσεων». Ο κόσμος υπάρχει στον βαθμό που υπάρχουμε κι εμείς ως μάρτυρες μιας από τις πολλές του εκδοχές και τις άπειρες διακλαδώσεις του αρχικού συμβάντος.

Ο Έρβιν Σρέντιγκερ έχει συνδεθεί άρρηκτα με τη δημιουργία και την ανάπτυξη της κβαντικής μηχανικής. Η περίφημη κυματική του εξίσωση αποτελεί τον κεντρικό πυρήνα της συγκεκριμένης θεωρίας και εξασφάλισε στον Σρέντιγκερ μια περίοπτη θέση στην ιστορία της φυσικής.

Στην καταπληκτική ευρύτητα του πνεύματος του οφείλεται η μεγάλη του δημιουργικότητα. Ασχολήθηκε εκτός από την κβαντική μηχανική και θεωρία με την ηλεκτροδυναμική, τη φυσική των στοιχειωδών σωματιδίων και των κοσμικών ακτινοβολιών, τη στατιστική μηχανική και τη θερμοδυναμική, τη γενική θεωρία της σχετικότητας και την κοσμολογία και τέλος διεξήγαγε πρωτοπόρο διεπιστημονική έρευνα στη βιολογία.

Ο Σρέντιγκερ για να εξηγήσει θέματα της κβαντομηχανικής πρότεινε το περίφημο πείραμα με τη γάτα, θέλοντας να δείξει ότι η κβαντική θεωρία είναι ακόμη ελλειπής. Θεωρούσε ότι η γάτα είτε είναι ζωντανή είτε έχει πεθάνει, ανεξαρτήτως της παρατηρήσεώς μας…

Το 1955 συνταξιοδοτήθηκε και απεβίωσε στις 4 Ιανουαρίου 1961 στην Βιέννη, Αυστρία




23.Υπηρέτησα την πατρίδα (μνήμες και σκηνές από τη θητεία μου στο στρατό)
Ο αθλητισμός ενώνει
Στη μεραρχία του Έβρου υπήρχε υπεύθυνος αξιωματικός αθλητικών εκδηλώσεων. Αυτός οργάνωνε εσωτερικά πρωταθλήματα στις διάφορες μονάδες κι άλλες αθλητικές εκδηλώσεις. Θα σας αφηγηθώ δυο σχετικά περιστατικά.
Ήμουν βασικό μέλος της ποδοσφαιρικής ομάδας στη μονάδα μου. Εκλέκτορας και αρχηγός ήταν ο αδερφός ενός γνωστού παίκτη του Εθνικού Πειραιώς. Καλός μπαλαδόρος αυτός, είχε την άποψη, ότι είμαι χρήσιμος στην ομάδα.
Σ’ έναν αγώνα με την μονάδα του Σ.Ε.Μ. (εφοδιασμός και μεταφορές) στο στρατόπεδο του Μ. Αλεξάνδρου τα πράγματα δυσκόλεψαν για μας. Ενώ ήταν ολιγάριθμη μονάδα είχε καλή ομάδα κι ο αγώνας προμηνυόταν ντέρμπι.
Παρά τις εκατέρωθεν προσπάθειες στο 1ο ημίχρονο τα δίχτυα παρέμειναν ανέπαφα. Στην εξέδρα κυριαρχούσαμε γιατί η δύναμή μας σε άντρες ήταν υπερδιπλάσια των Σ.Ε.Μ. Φίλαθλος φανατικός και προφανώς υποστηρικτής μας ήταν ο λοχαγός του Α2 με τον οποίο είχα μέχρι τώρα πολλά ντράβαλα. Στο ημίχρονο εμψύχωσε τους παίκτες.
“Πάνω τους παιδιά! Να τους τσακίσουμε!!”
Άρχισε το 2ο ημίχρονο και σε μια στιγμή αδράνειας μας κόλλησαν το γκολάκι. Παγωμάρα στους οπαδούς μας. Γκολ αυτοί; Σέντρα εμείς!
Ο αρχηγός στο επόμενο δίλεπτο, μετά από ντρίπλες και κολπάκια, μπήκε με την μπάλα στα δίχτυα. Ανακούφιση!
Διαιτητής ήταν ένας έφεδρος από τα διπλανά τεθωρακισμένα, που ήταν παρατηρητικός κι’ ακριβοδίκαιος. Ο αγώνας συνεχίστηκε αμφίρροπος και πήγαινε για ισοπαλία. Όμως λίγο πριν το τελικό σφύριγμα, το φάρδος μου; ο καλός Θεούλης; δεν ξέρω! Με ένα αριστερό σουτάκι έστειλα τη μπάλα στο Γάμα!
Το τι έγινε δεν περιγράφεται. Οι δικοί μας μπήκαν στον αγωνιστικό χώρο και με σήκωσαν στα χέρια. Ένας από αυτούς ήταν κι ο λοχαγός. Κάποια στιγμή συναντήθηκαν τα βλέμματά μας. Τότε συνειδητοποίησε την κατάσταση. Γύρισε σαν αστραπή το κεφάλι αριστερά-δεξιά κι αμέσως απομακρύνθηκε ψιθυρίζοντας:
«Τι κάνω ο μαλάκας;»
Εγώ όμως ήμουν ευτυχισμένος γιατί είδα να επαληθεύεται η ρήση ότι «ο αθλητισμός ενώνει τους ανθρώπους». Οι προκαταλήψεις, δυστυχώς, τους χωρίζουν.
Μια άλλη φορά στην πρωινή αναφορά μας ενημερώνουν ότι την άλλη Δευτέρα θα γίνει ανώμαλος δρόμος Μάκρη-Στρατόπεδο, περίπου δέκα χιλιόμετρα, με πλήρη εξάρτηση. Το σακίδιο, τα άρβυλα και το τουφέκι Μ1. Όσοι ενδιαφέρονται να το δηλώσουν στον επιλοχία.
Ήμουν από τους πρώτους. Με κοίταξε καλά-καλά.
«Θ’ αντέξεις γέρο;»
Με τα κριτήρια του στρατού και της εποχής ήμουν μεγάλος αφού είχα πάρει αναβολή λόγω σπουδών.
«Μη σε νοιάζει»
Πράγματι, τη Δευτέρα το πρωί, ένα δικό μας Ντόϊτς, μας πήγε στη Μάκρη. Ήμασταν καμιά δεκαριά! Εκεί ήταν κι άλλοι από άλλες μονάδες. Ίσως πάνω από εκατό.
Ο επικεφαλής αξιωματικός μας εξήγησε. Αυτός θα πηγαίνει μπροστά με το τζιπ και πίσω μας θα υπάρχει ένα μεγάλο ΡΕΟ να μαζεύει τραυματίες ή όλους που θα εγκαταλείπουν την προσπάθεια.
Δόθηκε η εκκίνηση. Ξεκινήσαμε. Οι περισσότεροι φουριόζοι έφυγαν με φόρα και πέρασαν μπροστά. Εγώ ακολούθησα συντηρητική τακτική. Σιγά-σιγά με σταθερό ρυθμό!
Σε λίγο άρχισαν οι εγκαταλείψεις. Το τζιπ και οι προπορευόμενοι χάθηκαν από τα μάτια μου αλλά εμένα με γέμιζε το ολυμπιακό ιδεώδες του Κουμπερτέν:
«Σημασία δεν έχει η νίκη! Σημασία έχει η συμμετοχή!»
Κάπου μετά τη μέση άκουσα πίσω μου φωνές. Με πλησίαζε το ΡΕΟ με αρκετούς φαντάρους στην καρότσα. Ένας δικός μας φώναξε:
«Παράτα τα ρε Λευτέρη. Να πάμε για φαγητό!»
Εγώ όμως πεισμωμένο μουλάρι! Τ’ άρβυλά μου ήταν παλαιά και χιλιομεταχειρισμένα. Ένιωθα τα καρφιά να με πληγώνουν. Όμως τίποτα. Ακολουθούσα το σταθερό ρυθμό της χελώνας μόνο, που οι λαγοί, φαντάζομαι εδώ, θα είχαν πια φτάσει στο τέρμα!
Ο Ανθυπολοχαγός, που καθόταν δίπλα στον οδηγό του ΡΕΟ κάποια στιγμή δεν άντεξε:
«Άντε φαντάρε, αρκετά. Παράτα τα πια!» Εγώ έκανα τον κουφό.
Κάποτε έφτασα στη στροφή για να μπω στο στρατόπεδο. Εκεί ήταν σταματημένο το τζιπ με τον οδηγό και τον υπεύθυνο αξιωματικό. Ξεκούμπωτο με το πηλήκιο στο χέρι. Όταν έφτασα κοντά του μ’ απηυδισμένο ύφος μου είπε εκείνο το υπέροχο, που όποτε το θυμάμαι γεμίζει η καρδούλα μου από ευχαρίστηση:
«Άντε ρε Ζάτοπεκ! Μας έσκασες!»
Έφτασα στον τερματισμό κι έκοψα τελευταίος και καταϊδρωμένος το νοητό νήμα!
Περίμενα να με κατσαδιάσουν! Αλλά δεν έγινε τίποτε. Οι φαντάροι σεβάστηκαν τα «γηρατειά» μου. Οι αξιωματικοί κουβέντα. Ήμουν άλλωστε ο μόνος φαντάρος της δικής μας μονάδας που τερμάτισε.
Όταν έβγαλα τις αρβύλες κατάλαβα γιατί πόναγα. Οι μάλλινες και τρυπημένες κάλτσες ήταν καταματωμένες, οι πατούσες και κυρίως οι φτέρνες ήταν κόσκινο. Όμως, μπρος τα κάλλη τι είναι ο πόνος; Ένιωθα γεμάτος και δικαιωμένος. Άσε που ο γιατρός της μονάδας μ’ έβγαλε τρεις μέρες ελεύθερο υπηρεσίας. Λίγο ήταν αυτό;
Γλύτωσα τρία γερμανικά νούμερα σκοπιά και τρεις εθνικές ηθικές διαπαιδαγωγήσεις.
Βραβείο όμως για τον τελευταίο δεν προβλέπανε, δυστυχώς, οι κανονισμοί! 2005

  1. Από τον τοίχο του φίλου μου Σταύρου Σταφυλάκη
  2. Βιετνάμ
    της Wislawa Szymborska (Βρ. Νόμπελ 1996 )
  3. ...
  4. −Ε... Γυναίκα, ποιο είναι το όνομά σου;
    −Δεν ξέρω.
    −Πού γεννήθηκες; Από πού είσαι;
    −Δεν ξέρω.
    −Γιατί έσκαψες μια τρύπα στο έδαφος;
    − Δεν ξέρω.
    −Πόσο καιρό έχεις κρυφτεί εδώ;
    − Δεν ξέρω.
    −Δεν ξέρεις ότι δεν θα σου κάνουμε κακό;
    −Δεν ξέρω.
    −Με τίνος το μέρος είσαι;
    −Δεν ξέρω.
    −Γίνεται πόλεμος, πρέπει να επιλέξεις.
    −Δεν ξέρω.
    −Το χωριό σου εξακολουθεί να υπάρχει;
    −Δεν ξέρω.
    −Αυτά είναι τα παιδιά σου;
    −Ναι.
  1. Αφηγήσεις
    Με συναρπάζει η ιστορική αφήγηση γεγονότων. Γεγονότων που συνέβησαν σε περασμένες εποχές και είναι συνδεμένα με τα προβλήματα, τις περιπέτειες, τα αισθήματα ανθρώπων επωνύμων, αλλά κι ανωνύμων. Να μάθω πως μια σειρά πραγμάτων που σήμερα θεωρούμε αυτονόητα καθιερώθηκαν μετά από προσπάθειες κι αγώνες γνωστών κι αγνώστων. Μ’ αρέσει η ανάγνωση απομνημονευμάτων, Λαμβάνω υπόψη εξαρχής την ηθελημένη αποσιώπηση κάποιων συμβάντων, ένα είδος καλόπιστης αυτολογοκρισίας, καθώς και την ωραιοποίηση των προσωπικών πράξεων. Όμως ανάμεσα στα λόγια και τις ενδεχόμενες υπερβάσεις «διαβάζεις» - λίγο ως πολύ - μεταξύ των γραμμών ακριτομυθίες, κρυμμένους υπαινιγμούς και μισόλογα

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017




Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1845. Σπουδασε νομικά και αναγορεύτηκε διδάκτωρ το 1868. Το πάθος του για τη λογοτεχνία ήταν απέραντο. Μολονότι το επάγγελμα του δικηγόρου τον απασχολούσε πολύ - ήταν αναγκασμένος να κερδίζει χρήματα για να ζει - κατόρθωνε να ξεκλέβει τον καιρό που χρειαζόταν για να δημιουργήσει μέσα σε ελάχιστα χρόνια, ένα έργο ογκοδέστατο.

Η συγγραφική του εργασία, πεζή και έμμετρη, κράτησε γύρω στα 8 χρόνια. Το 1874 έφυγε άρρωστος στο Παρίσι, όπου και πέθανε τον ίδιο χρόνο. Κηδεύτηκε στην Αθήνα, μέσα σ' ένα πρωτοφανές πένθος!

Θαμώνας βιβλιοπωλείων, μέλος διαφόρων φιλολογικών συλλόγων, συνιδρυτής του "Παρνασσού", χαρακτηριζόταν από ένα έντονα ανήσυχο πνεύμα. Ίδρυσε, επίσης, και τη "Σχολή Απόρων Παίδων".

Υπήρξε χαρακτηριστικός τύπος για την εποχή του. Ήταν κομψός και συμπαθής. Ωστόσο, απ' το πρόσωπό του δεν έλειψε ποτέ η σκιά της μελαγχολίας και όλο του το έργο είναι διαποτισμένο από απαισιοδοξία.

Έργα του: Ποίηση (Εικόνες Και Κύματα, Έπεα Πτερόεντα, Παντοίαι Ποιήσεις), Πεζά (Οι Σκοτεινοί Έρωτες, Το Χρυσίον, Η Λουομένη Ρωμαία, Αι Αδελφαί Του Βορρά, Ηχώ Και Νάρκισσος, Ευρώπη, Μια Μητέρα), Κριτικά, Μεταφράσεις, Θεατρικά (Γαλάτεια, Χίμαιρα, Σκύλλα, Αλέξανδρος Υψηλάντης, Διός Έρωτες, Αμάλθεια, Οι Καλλέργαι, Λουκάς Νοταράς, Θάνος Καλλισθένης, Ή Έγγαμος Ή Αυτόχειρ), Διάφορα (Επιφυλλίδες, Λόγοι, Καλλιτεχνικά).

Όλο του το έργο αυτό τυπώθηκε σε 4 τόμους κάτω απ' το γενικό τίτλο "Αττικαί Νύκτες" (1873 - 1874). Απ όλη αυτή τη συγγραφή, να σημειωθεί πως "Οι Καλλέργαι" όταν παίχτηκαν συγκλόνισαν την Αθήνα κι η "Γαλάτεια" είχε προκαλέσει φρενίτιδα ενθουσιασμού. Ο Βασιλειάδης ήταν για την εποχή του ένας λογοτέχνης που χειροκροτήθηκε όσο κανένας άλλος. Υπήρξε ο κορυφαίος ρομαντικός, τότε που ο Ρομαντισμός ήταν λογοτεχνικό κίνημα στην Ελλάδα.

Ήταν στενός φίλος του Δημήτρη Παπαρρηγόπουλου, σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό, που οι σύγχρονοί τους, τούς αποκαλούσαν Διόσκουρους. Έγραψαν στην καθαρεύουσα κι υπήρξαν και οι δύο οι τελευταίοι θερμοί υποστηρικτές της...

Εικόνες

Όταν προβάλλ' εις το βουνό η συμπαθής Σελήνη
και, ως λυχνία εις ειρκτήν, παρήγορον φως χύνει,
ποθώ λαμπρά ερείπια και σκιαυγείς ερήμους
μονήρης να αφήνομαι εις ρεμβασμούς πενθίμους.
Τι είμαι δε γνωρίζω.
Και ως εις σκότη άλυτα, σκιά κι εγώ γυρίζω...

Πως δυστυχών ο άνθρωπος κι εμπόλεμος πλανάται;
Αφού να σβήνει πέπρωται, τάχα προς τι γεννάται;
Που τρέχει; Πως ο δίκαιος κακούται και οιμώζει,
ενώ καρδία πονηρά και χαίρει και δεσπόζει;
Χριστέ εδώ κατέβης;
Περίμενε τον στέφανον του πόνου και της χλεύης!

Ω, τις ποτέ την πλάκα του νεκρός θα ανασείσει,
και τις θνητός της πλάσεως το αίνιγμα θα λύσει;
Χωρίς ελπίδα εις τη γην, χωρίς σκοπόν πλανώμαι,
και αν πετώ, ως πύραυλος, το σύμπαν να θεώμαι,
ουδέν ανακαλύπτω.
Και προς τη γην βαρύθυμος, αστήρ διάττων πίπτω.

Παιδίον ότε έπαιζον σκιρτών και αμερίμνως,
ήμην διάπυρος χαρά και των ελπίδων ύμνος.
Και ήτον η καρδία μου χαρίεσσα και λεία,
ως προσγελά εις της αυγής το μέτωπον αιθρία.
Αλλ' ήδη, μαύρα νέφη
ο λογισμός τας αλγεινάς εικόνας μου συστρέφει.

..........................................................

Και τι δεν είναι άδικον και φρούδον και απάτη.
Υπό το ρόδον τ' ανθηρόν η έχιδνα φυλάττει,
υπό ωραίον πρόσωπον καρδία μαύρη πάλλει...
Δόξα, τιμή αβέβαια, γέλωτες, πλούτη, κάλλη,
τα πάντα ψεύδος είναι,
και μόνο είναι αληθή ο τάφος κι οι οδύναι!

Από το μπλοκ Λογοτεχνικοί περίπατοι ( Διάττων Αβρός
22.Υπηρέτησα την πατρίδα (μνήμες και σκηνές από τη θητεία μου στο στρατό)
Το γράμμα
Την εποχή που υπηρετούσα τη στρατιωτική μου θητεία, ο αναλφαβητισμός ήταν ακόμα στις δόξες του. Για μια σειρά νέα Ελληνόπουλα το στρατιωτικό ήταν η πρώτη, μέχρι τότε, ευκαιρία να ξεφύγουν από το στενό περιβάλλον του χωριού τους, να γνωρίσουν νέους τόπους, νέους ανθρώπους και να συμμετέχουν σε πρωτόγνωρες γι’ αυτούς εμπειρίες. Είχα την «τύχη» να προλάβω τέτοιες περιπτώσεις ανθρώπων, που οι μόνες γνώσεις τους ήταν ο περιορισμένος χώρος του χωριού, μαζί με τη σκληρότητα, τις υποχρεώσεις και τα βάσανα της αγροτικής ζωής. Ήταν μια καλή ευκαιρία να προσγειωθώ στην πραγματικότητα της ζωής της υπαίθρου μετά τη ρομαντική εικόνα που σου σερβίρουν κάποια κείμενα και την έντονη ζωή της πρωτεύουσας που είχα ζήσει. Όλα αυτά σήμερα άλλαξαν. Ο αστικός πολιτισμός βίασε τις απομονωμένες κοινωνίες, κούρσεψε τα ειδικά χαρακτηριστικά τους και μετέφερε τις στρεβλώσεις του δυστυχώς με το χειρότερο τρόπο σε κάθε γωνιά της χώρας.
Δυο ήταν οι κύριες αφορμές για τις ραγδαίες αυτές εξελίξεις. Πρώτον το άνοιγμα των δρόμων και η εξέλιξη των μέσων μεταφοράς και εύκολης επικοινωνίας με τα αστικά κέντρα και δεύτερο, η τηλεόραση που ισοπέδωσε τις περισσότερες διαφορές και επέβαλε τη χοντροκομμένη ομοιομορφία στη χειρότερη κιόλας εκδοχή, αφού η έλλειψη προηγούμενης κουλτούρας ήταν η αφορμή να μην υπάρξουν ουσιαστικές αντιστάσεις σ’ αυτή την επιθετική επιδρομή.
Η ιστορία που θα διηγηθώ αναφέρεται σε ένα αγνό αγροτόπαιδο του βουνού, που με το στρατό βγήκε για πρώτη φορά από το χωριό του, οι μνήμες του ήταν μόνο οι καθημερινές κι ατέλειωτες εργασίες με τα ζώα. Η κτηνοτροφία είναι μια ολοήμερη σκλαβιά, η συνεχής έγνοια για τα ζώα, οι ατέλειωτες ώρες πάνω στα βουνά, κοντά στην άγρια φύση. Οι οικογενειακές δυσκολίες, η απομόνωση, οι ανάγκες να εξυπηρετηθούν τα ζώα δεν του άφησαν χρόνο να πάει σχολείο, να μάθει να διαβάζει και να γράφει. Η δωρεάν και υποχρεωτική εκπαίδευση ήταν ακόμα στα χαρτιά.
Εγώ ήμουν ο «μορφωμένος» γι’ αυτόν και σε μένα απευθύνθηκε όταν χρειάστηκε να στείλει κάπου τα μαντάτα του.. Αυτό, παρά το γεγονός ότι ήταν αυτήκοος μάρτυρας και παρών στις συνεχείς επιθέσεις, που αντιμετώπιζα από τους αξιωματικούς της μονάδας και στην προτροπή τους να με αποφεύγουν, ως επικίνδυνο κι αντεθνικό στοιχείο. Ίσως αυτές να αποτέλεσαν αντίθετα το κύριο κίνητρο να δείξει την εμπιστοσύνη σε μένα κι όχι σε κάποιους άλλους που επίσης γνώριζαν γραφή κι ανάγνωση.
« Λευτέρη θέλω να μου γράψεις ένα γράμμα να στείλω στη μάνα μου. Σου έχω εμπιστοσύνη ότι θα μείνει το θέμα μεταξύ μας. Ένας είναι ο όρος μου. Θα γράψεις ό,τι σου πω κι όπως τα πω. Εντάξει;»
« Έγινε Μήτσο!»
Δε θυμάμαι τα ακριβή λόγια που μου είπε αλλά το ζουμί τους ήταν περίπου το εξής:
Μάνα,
Πήρα τα νέα με το γράμμα σου. Μη μου ζητάς
να κλάψω για τον γέρο. Αρκετά μας βασάνισε.
Τώρα θα καλυτερέψει η ζωή σου, χωρίς τον βάρβαρο.
Κάτι άλλο με βασανίζει και με κάνει να φοβάμαι.
Μην τυχόν ο προκομμένος γιος σου κι αδελφός μου
κάνει τη χοντράδα του και ξεπουλήσει τα ζώα. Να
του το πεις. Αν κάνει κάτι τέτοιο σε δυο μήνες που
απολύομαι και γυρίσω στο χωριό θα του κόψω τα χέρια!
Θα του βγάλω τα μάτια και θα τον ξεκοιλιάσω.
Εσύ ξέρεις ότι αυτά δεν είναι λόγια του αέρα. Θα
μείνεις έτσι μ’ έναν γιο κι αυτόν στη φυλακή!
Αν δεις τη Φωτεινούλα, πες της ότι γυρίζω σε δυο
μήνες.
Ο γιος σου Μήτσος.
Μη μείνετε με τη ψευδαίσθηση ότι αυτά ήταν μόνο λόγια. Ο Μήτσος ήταν άνθρωπος
με μπέσα, καθαρός, χωρίς να έχει χαλάσει από τα ψεύτικα προσωπεία που στολίζει ο πολιτισμός τους ανθρώπους. Στη συνέχεια μου εξήγησε τα πράγματα.
« Κι η μάνα δεν μπορεί να το διαβάσει. Αλλά ξέρω ότι θα πάει στον παπά. Του έχει εμπιστοσύνη γιατί είναι από το σόι της. Ο αδελφός μου, Λευτέρη, είναι ένα αρπακτικό! Κι η μάνα η κακομοίρα είναι στη μέση ανάμεσά μας. Αν θα μπορούσε αυτός θα τα πούλαγε όλα. Ζώα, χωράφια, περβόλι και θα το έσκαγε με τα λεφτά, χωρίς να σκεφτεί κανέναν. Προς το παρόν όμως μόνο τα ζώα μπορεί να τα σκοτώσει στον πρώτο αγοραστή. Τα λεφτά που θα πάρει δεν τον σώζουν, αλλά η ζημιά που θα πάθουμε θα είναι μεγάλη. Όλα ξεκινάν από τη Φωτεινούλα, μια γειτονοπούλα μας. Η καλή μου διάλεξε εμένα να παντρευτεί κι αυτός πάει να σκάσει από τη ζήλεια του. Δεν τον χωράει ο τόπος, λες και το χωριό δεν έχει άλλα κορίτσια. Ο πατέρας μας ήταν ένας τύραννος για όλους μας αλλά κυρίως για τη μάνα μας. Της έκανε τη ζωή αβίωτη και την χτυπούσε κιόλας. Λίγο πριν έρθω στο στρατό του είπα. Θα σε σκοτώσω αν μάθω ότι άπλωσες χέρι πάνω της. Ευτυχώς το πιοτό και οι άλλες ασωτίες έλυσαν το πρόβλημα και τον έστειλαν πρόωρα στο χώμα»
Πράγματι, σε δυο μήνες έφυγε παίρνοντας στο χέρι το πολυπόθητο απολυτήριο. Βλέπεις ήταν παλαιοσειρά και είχε καταταγεί στο στρατό πριν από μένα, χωρίς όμως να είναι μεγαλύτερος. Απλώς δεν είχε πάρει αναβολή και δεν είχε πρόσθετες μέρες από φυλακίσεις. Ήρθε να με αποχαιρετήσει.
«Λευτέρη, σ’ ευχαριστώ. Καλό απολυτήριο και σε σένα!»
« Μήτσο, θα ήθελα να έχω τα νέα σου!»
«Πώς; Να σου γράψω, δεν ξέρω γράμματα και στο χωριό δεν έχω άνθρωπο εμπιστοσύνης. Ένας τρόπος υπάρχει. Να έρθεις εσύ στο χωριό. Θα ήταν μεγάλη χαρά για μένα. Μη φοβάσαι εκεί τίποτα. Θα καθαρίσω εγώ για όλα» ( Μάιος 2009)